Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

They Drive by Night (Η φόνισσα)

Στο βιβλίο Long Haul του... δικού μας A.I. Μπεζερίδης βασίστηκε η ιστορία της ταινίας They Drive by Night του 1940 και σκηνοθετήθηκε από τον Raoul Walsh. Για θέμα της (στην αρχή τουλάχιστον) έχει τον αγώνα επιβίωσης των φορτηγατζήδων, ένα παραπλήσιο θέμα που είδαμε και στην ταινία του Jules Dassin Thieves' Highway, πάλι από βιβλίο του Bezzerides. Οι George Raft και Humphrey Bogart υποδύονται δύο αδέρφια που προσπαθούν με κόπο και κίνδυνο της ζωής τους να βγάλουν ένα μεροκάματο για πληρώσουν το φορτηγό τους και να ζήσουν την οικογένειά τους. Αντί όμως η ταινία να επικεντρωθεί στα... εργατικά προβλήματα, αλλάζει πλεύση ύστερα από το πρώτο μισό καθώς εμφανίζεται η «μοιραία» γυναίκα Ida Lupino και μπαίνει ο φόνος στο παιχνίδι. Εξ ου και ο ελληνικός τίτλος Η φόνισσα. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν σώζει την ταινία παραγωγής 1940 από τη μετριότητα. Κι αυτό διότι είναι κατασκευασμένη από φθηνά υλικά του κλασικού Χόλιγουντ· στερεότυποι χαρακτήρες χωρίς ερμηνευτικό βάθος, επίπεδη σκηνοθεσία πάνω σε ένα άνευ λόγου μπλεγμένο σενάριο. Αν τη συγκρίνουμε και με την ταινία του Dassin, τότε... γεια χαρά!

Once Upon a Time in the West (Κάποτε στη Δύση)

Μπορεί να είμαστε κολλημένοι με τους... καλούς, τους κακούς και τους άσχημους, αλλά ο Sergio Leone έδωσε την καλύτερη ταινία του —κατά γενική ομολογία— το 1969, κι αυτή φυσικά δεν είναι άλλη από το Κάποτε στη Δύση. Η παλιά άγρια Δύση συναντάει την οικονομική ανάπτυξη που φέρνει ο σιδηρόδρομος με κομβικό σημείο τη γη που ανήκει σε μια χήρα (Cardinale). Η μουσική του Ennio Morricone που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του Leone βρίσκεται επίσης εδώ. Και ειδικότερα εδώ, ο κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του μουσικό θέμα και όλη η ταινία θα λέγαμε ότι εξελίσσεται με βάση τη μουσική. Όλο το κινηματογραφικό σύμπαν του Leone βρίσκεται παρών: οι αδίστακτοι, λιγομίλητοι χαρακτήρες, τα πολύ έντονα κοντινά πλάνα όπου μόνο τα μάτια μιλάνε, οι παρατεταμένες σιωπές, οι περίτεχνες κινήσεις της κάμερας. Και για πρώτη ίσως φορά, βλέπουμε τον Fonda σε ρόλο κακού και τον Bronson στην καλύτερη ταινία της καριέρας του. Εξάλλου, δεν χρειάστηκε να μιλήσει πολύ· μια φυσαρμόνικα ήταν αρκετή.

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Night and the City

Καημένος μικροαπατεώνας προσπαθεί σε όλη του ζωή να πετύχει την καλή, αλλά η τύχη τού γυρίζει συνέχεια την πλάτη. Καταχρεωμένος και απένταρος, καταφέρνει και πείθει έναν ονομαστό παλαιστή να παλέψει υπό τη δικιά του (ανύπαρκτη) εταιρεία. Ψάχνοντας για την απαραίτητη χρηματοδότηση, θα μπλέξει με όλον τον υπόκοσμο και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον αρχιμαφιόζο Κρίστο (ελληνικής καταγωγής, παρακαλώ). Και εκεί που θα φτάσει ένα βήμα από την επιτυχία, η στραβή θα γίνει και θα βρεθεί κυνηγημένος... από τους πάντες.

Μέσα σε 90 και κάτι λεπτά ξετυλίγεται το κουβάρι της ζωής του μικροαπατεώνα που υποδύεται ο Richard Widmark (στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της ζωής του), της μεγάλης «δουλειάς» που προσπαθεί να φέρει εις πέρας με όλα τα ψέματα που μπορεί να σκαρφιστεί, εμπλέκοντας τους πάντες. Όλα αυτά μέσα από την κάμερα του Jules Dassin και με φόντο την νυχτερινή ζωή και τον υπόκοσμο του Λονδίνου. Η νύχτα και η πόλη είναι μια σκοτεινή και απαισιόδοξη ταινία για τους καταφρονημένους ανθρώπους του περιθωρίου, γι' αυτούς που ζουν για το σήμερα, χωρίς να υπολογίζουν κανέναν και τίποτα. Είναι η ταινία που σκηνοθέτησε ο Dassin στο Λονδίνο το 1950 εκεί όπου κατέφυγε για να γλιτώσει από το «κυνήγι των μαγισσών» του γερουσιαστή Μακάρθι, λίγο καιρό πριν κάνει μια στάση στο Παρίσι και μετά εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Αν εσείς πάντως έχετε δει και κάποια ομώνυμη ταινία με τον DeNiro, σημειώστε ότι είναι το ριμέικ αυτής εδώ.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Les Enfants du Paradis (Τα παιδιά του παραδείσου)

Η γαλλική λέξη "paradis" μεταφράστηκε παράδεισος στα ελληνικά (και ομοίως "paradise" στα αγγλικά) αλλά η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον εξώστη, εκεί όπου ανέβαιναν και κάθονταν τα παιδιά που δεν είχαν την οικονομική άνεση να δουν θέατρο, στις φθηνές θέσεις αλλά έχοντας και απαιτήσεις από το θέαμα, για τους οποίους οι ηθοποιοί έδιναν όλο τους το είναι ώστε «να τους κερδίσουν»! Όπως και να'χει, η τρίωρης διάρκειας ταινία του Marcel Carné Τα παιδιά του παραδείσου είναι λιγάκι δύσκολο να την περιγράψεις, γιατί θα χρειαστούν πάνω από δύο σελίδες. Κυκλοφόρησε το 1945 και διαφημίστηκε ως η γαλλική απάντηση στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Πενήντα χρόνια μετά, ψηφίστηκε από τους Γάλλους ως η καλύτερη γαλλική ταινία όλων των εποχών. Αυτό που μπορούμε εμείς να πούμε —για όσους δεν την έχουν δει— είναι ότι η ταινία διαδραματίζεται γύρω στα 1840 και περιστρέφεται γύρω από τη ζωή της ηθοποιού Garance (που υποδύεται η σπουδαία ηθοποιός Arletty) και τους έρωτες της με έναν κλέφτη, έναν μίμο (τον απίθανο Jean-Louis Barrault που κλέβει δικαίως την παράσταση) και έναν αριστοκράτη, τις ίντριγκες που λαμβάνουν χώρα και τις επιπτώσεις που έχουν στους ίδιους και στους οικείους τους. Σημειώστε το γεγονός ότι οι χαρακτήρες των τεσσάρων αντρών βασίστηκαν σε αληθινά πρόσωπα του 19ου αιώνα.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

The Wicker Man (Το σκιάχτρο)

Ο ελληνικός τίτλος που δόθηκε στην ταινία The Wicker Man όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1973 ήταν... Η θυσία της παρθένας. Μια ταινία που με τα χρόνια απέκτησε cult χαρακτήρα και, συν τοις άλλοις, ψηφίστηκε το 2004 ως η 6η καλύτερη βρετανική ταινία όλων των εποχών από το περιοδικό Total Film, ενώ το επίσης κινηματογραφικό περιοδικό Cinefantastique την περιέγραψε ως «τον Πολίτη Κέιν των ταινιών τρόμου». Ένας χαρακτηρισμός όμως που δεν πρέπει να σας κάνει να πιστέψετε ότι θα δείτε αιματοκυλιάσματα και κουβάδες από... σάλτσες. Οι κάτοικοι του νησιού παίζουν με τον πρωταγωνιστή έτσι όπως η ταινία παίζει με τον ανυποψίαστο θεατή. Κι όλο αυτό οφείλεται φυσικά στο φοβερό σενάριο του Anthony Shaffer, του συγγραφέα που έγινε γνωστός από το φοβερό θεατρικό, που μεταφέρθηκε επιτυχημένα και στο σινεμά, Sleuth! Όλη αυτή η αβεβαιότητα που υπάρχει στο έργο και το μυστήριο που πλανάται, απλά ανεβάζουν υπογείως την ένταση για να κλιμακωθεί στο απίστευτα συγκλονιστικό φινάλε. Το πρόσφατο ριμέικ με τον Nicolas Cage δεν θα το σχολιάσω, ούτε θα αναφερθώ στο κούρεμα του Christopher Lee, το οποίο είναι όλα τα λεφτά!

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Seconds (Σατανική επιχείρηση)

Έστω ότι είστε ένας μεσήλικας ο οποίος έχει μια καλή δουλειά, οικογένεια με μια τυπική συζυγική σχέση και καλοπαντρεμένα πλέον παιδιά, σκάφος για τις διακοπές σας. Έχετε δηλαδή ολοκληρώσει τους σκοπούς σας και τώρα απλά... ζείτε μέσα στη ρουτίνα και την καθημερινότητα. Τι θα λέγατε αν σας δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία να ξαναζήσετε; Αν σας πρότειναν να αλλάξετε ζώη, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα και να ξεκινήσετε άλλος (και πιο νεαρός) άνθρωπος; Δύσκολα θα λέγατε όχι, όπως δηλαδή και ο ήρωας μας στην ταινία Seconds. Η συνέχεια όμως δεν θα είναι και τόσο ρόδινη, όσο δηλαδή σας υπόσχεται η Σατανική Επιχείρηση (του ελληνικού τίτλου). Αυτοί που ζουν πλέον μια δεύτερη ζωή, οι λεγόμενοι Seconds, βρίσκονται ανάμεσά σας και σας ελέγχουν ώστε οι καταστάσεις να μην ξεφύγουν από κανέναν έλεγχο.
Καφκικού περιεχομένου αυτό το εφιαλτικό σενάριο το οποίο βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του David Ely και σκηνοθετήθηκε με δεξιοτεχνία από τον John Frankenheimer (έντονα close-ups, στραβές γωνίες λήψης, κάμερα στο χέρι κλπ) έχοντας τη βοήθεια του εκπληκτικού φωτογράφου James Wong Howe. Επίσης, η ανατριχιαστική μουσική του Jerry Goldsmith «επιδεινώνει» την όλη κατάσταση, σπρώχνοντας μεθοδικά το τελικό αποτέλεσμα προς την παράνοια. Ο Rock Hudson βρίσκεται πρωταγωνιστής στην πιο τολμηρή επιλογή του, σε μια εποχή (1966) που η καριέρα του είχε πάρει την κατιούσα. Η εμπορική αποτυχία της ταινίας την εξαφάνισε για κάποιο διάστημα, μέχρι τη στιγμή που απέκτησε cult ταμπέλα και ανακαλύφθηκε πάλι.

Διαβάστε κάποια πράματα επιπλέον για την ταινία από το Cine-7 και από την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας

The Desperate Hours (Σκληροί άντρες)

Μια σκληρή δημιουργία από τον William Wyler εν έτη 1955 με τον... αρχι-σκληρό Humphrey Bogart στον πρωταγωνιστικό ρόλο ενός δραπέτη, ο οποίος μαζί τον αδερφό του και έναν άλλον δραπέτη εισβάλλουν σε ένα τυχαίο, καλοκαμωμένο σπίτι των προαστίων με σκοπό να μείνουν μακριά από τις έρευνες της αστυνομίας, μέχρι τη στιγμή που θα έρθει να τους πάρει το μεταφορικό τους μέσο που θα τους βοηθήσει να το σκάσουν από την πολιτεία. Το αποτέλεσμα είναι να κρατήσουν την οικογένεια του σπιτιού φυλακισμένη στο ίδιο της το σπίτι. Και για να μην κινήσουν υπόψιες, επιτρέπουν στον πατέρα (Fredric March) να πάει στη δουλειά του, γνωρίζοντας ότι οποιοδήποτε «λάθος» θα έχει τραγικά αποτέλεσμα.

Η ταινία The Desperate Hours κρατάει τον θεατή σε αγωνία από την αρχή μέχρι το τέλος της χωρίς να τον αφήσει να πάρει κάποια ανάσα ελπίδας. Το ιδιαίτερο στην όλη υπόθεση είναι ότι ο Wyler βάζει την (αμερικάνικη) βία καταμεσής των ειδυλλιακών προαστίων, εκεί που οι καλοβαλμένοι «λευκοί» πίστευαν ότι είναι ανέγγυχτοι! Ακολούθησε το 1990 ένα ριμέικ με τον Anthony Hopkins και τον Mickey Rourke, το οποίο επικεντρώνεται περισσότερο στις ταραγμένες οικογενειακές σχέσεις και πώς αυτές επηρεάζονται από την ομηρία (αν θυμάμαι καλά).

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

The Manchurian Candidate (Ο υποψήφιος από τη Ματζουρία)

Μία από τις πιο διάσημες ταινίες της Φωνής (ή του Ol' Blue Eyes αν θέλετε, κατά κόσμον Frank Sinatra) αποτελεί η ταινία The Manchurian Candidate του 1962. Φαντάζομαι οι περισσότεροι γνωρίζετε και το πρόσφατο ριμέικ, οπότε δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στην πλοκή της ιστορίας μας. Η διαφορά βρίσκεται φυσικά στον πόλεμο· η πρόσφατη ταινία αναφερόταν στον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο, ενώ η παλιότερη στον πόλεμο της Κορέας.

Ο... υποψήφιος λοιπόν του 1962 ήταν ο Laurence Harvey. Το ρόλο της μητέρας του που κάνει όλο το παρασκηνιακό παιχνίδι έχει εδώ η Angela Lansbury, πολύ καιρό πριν γίνει... συγγραφέας-ντετέκτιβ (μια ταμπέλα που της κόλλησε δυστυχώς για πάντα!). Ο Sinatra είναι ο ταγματάρχης που αρχίζει και βλέπει διάφορα περίεργα όνειρα και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο John Frankenheimer, ο οποίος δημιουργεί άλλη μια εκπληκτική ταινία μέσα στη δεκαετία του '60. Αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία της εποχής, μέχρι τη στιγμή που δολοφονήθηκε ο John Kennedy και οι φήμες λένε ότι ο Sinatra πρότεινε την απόσυρσή της από τις αίθουσες. Θα έλεγα ότι αποτελεί περίεργη σύμπτωση το γεγονός ότι ο Sinatra έπαιξε σε δύο ταινίες (την παρούσα και την Suddenly) με θέμα την προσπάθεια δολοφονίας του προέδρου των ΗΠΑ.

Separate Tables (Χωριστά τραπέζια)

Τα Χωριστά τραπέζια βασίστηκαν στην ομώνυμη συλλογή δύο μονόπρακτων του μεγάλου βρετανού δραματουργού Terence Rattigan που πρωτοπαίχθηκε στο Λονδίνο το 1954. Δύο χρόνια μετά, μεταφέρθηκε στο Broadway και το 1958 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τη ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής Hecht-Hill-Lancaster, δηλαδή του παραγωγού Harold Hecht που ανακάλυψε τον Burt Lancaster και τον πήγε στο Χόλιγουντ και του συγγραφέα/παραγωγού James Hill, που εκείνη την εποχή ήταν (και μάλιστα ο τελευταίος) σύζυγος της Rita Hayworth. Έτσι, καταλαβαίνετε πώς πήρε το ρόλο η κυρία Hayworth. Η ταινία ξεχωρίζει όμως και για το υπόλοιπο καστ· την εύθραυστη ερμηνεία της Deborah Kerr, τον γεροντίστικο ρόλο του David Niven και τους δεύτερους ρόλους με τις Wendy Hiller και Gladys Jackson να δίνουν τα ρέστα τους.

Η ιστορία αφορά τις προβληματικές σχέσεις ενός ζευγαριού που συναντιέται μετά από καιρό σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο στη νότια Αγγλία. Ο πρώην (Burt) είναι αλκοολικός και έχει δεσμό με μια υπάλληλο του ξενοδοχείου (Hiller) και η πρώην (Rita) αποτελεί τη γυναίκα που δεν μπορεί να ξεχάσει. Ταυτόχρονα η Kerr, που είναι ένα άβγαλτο και συνεσταλμένο κορίτσι και βρίσκεται κάτω από την αυστηρή προστασία της μητέρας της, γοητεύεται από τον πολλά χρόνια μεγαλύτερό της στρατηγό Niven, ο οποίος συνέχεια αφηγείται ιστορίες από τον πόλεμο. Δυνατή, δραματική ταινία γύρω από τα πάθη των ερωτευμένων ανθρώπων και τα (αιώνια;) προβλήματα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Δείτε σ' αυτό το σάιτ πολλές φωτογραφίες από την ταινία.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Lilies of the Field

Καταρχάς, για την ταινία Τα κρίνα του αγρού του 1963 βρήκαμε διάφορους ελληνικούς τίτλους που της απέδωσαν κατά καιρούς: Κάτω από το βλέμμα του Θεού ο ένας, Λευκοί άγγελοι, μαύροι άγγελοι, ο άλλος. Όπως και να'χει, πρόκειται για την ταινία που έδωσε το βραβείο Όσκαρ α' ανδρικού ρόλου στον Sidney Poitier, γράφοντας με χρυσά γράμματα το όνομά του στην κινηματογραφική ιστορία όντας ο πρώτος αφροαμερικανός άντρας που κέρδιζε το εν λόγω βραβείο.

Και αυτό για το ρόλο ενός ρέμπελου νεαρού που πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος. Μέχρι τη στιγμή που το αμάξι του θα πάθει μια μικρή βλάβη και θα αναγκαστεί να σταματήσει σε κάτι γερμανικής προελεύσεως καλόγριες για να ζητήσει λίγο νερό. Για αυτές θα είναι η απάντηση στις προσευχές τους: ένας δυνατός άντρας που θα αναλάβει όλες τις σκληρές δουλειές. Στην αρχή δέχεται να επισκευάσει τη σκεπή τους, αλλά μετά το πέρας καταλαβαίνει ότι αυτές δεν έχουν σκοπό (ούτε χρήμα δηλαδή) να τον πληρώσουν. Και επιπλέον, του ζητάνε να επισκευάσει και το γκρεμισμένο παρεκκλήσι, φυσικά δωρεάν! Διστακτικός στην αρχή, θα αναλάβει τη δουλειά. Στην πορεία όμως (και μετά τις πολλές δυσκολίες και κάποια απολαυστικά... μαθήματα αγγλικών) θα ανακαλύψει ότι η ανταμοιβή δεν χρειάζεται να είναι μόνο χρηματική. Και έτσι όπως ήρθε, θα φύγει προς το άγνωστο. Ανθρωπιστικά και θρησκευτικά τα μηνύματα της ταινίας, τα οποία μπορεί να τα βλέπουμε λίγο-πολύ απλοϊκά και ετεροχρονιστικά στις μέρες μας, παρουσιάζονται όμως με έναν ιδιαίτερο τρόπο (και ολίγον τι κωμικό), αφήνοντάς μας στο τέλος μια γλυκιά αίσθηση.

Σημειώστε ότι το παρεκκλήσι χτίστηκε πραγματικά για τους σκοπούς της ταινίας και θα μπορούσε να υπάρχει για δεκαετίες αργότερα, μόνο που χτίστηκε σε νοικιασμένη γη και γι' αυτό γκρεμίστηκε μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Freaks (Τα τέρατα)

Ο δημιουργός του αρχετυπικού κινηματογραφικού Δράκουλα (με τον Bela Lugosi) αποφάσισε να προσφέρει στο ανυποψίαστο κοινό της εποχής την απόλυτα ρεαλιστική, δραματική ταινία που η απλοϊκή μας και «υπεράνω» αντίληψη δεν μπορούσε (ίσως ακόμα και σήμερα δεν μπορεί) να χωνέψει. Το σοκ που πρόσφερε η ταινία τα τέρατα το 1932 δεν περιγράφεται. Από τις δοκιμαστικές προβολές φάνηκε ότι θα υπάρχει πρόβλημα και έτσι η MGM πίεσε ώστε να μειωθεί η αρχική διάρκεια των 90 λεπτών. Κόψε-κόψε, η ταινία έφτασε τελικά να διαρκεί μόλις 64 λεπτά. Όλη η δύναμή της όμως βρίσκεται αυτούσια. Και να πούμε ότι το όλο θέμα προκλήθηκε επειδή ο Browning χρησιμοποίησε αληθινούς ανθρώπους με δυσμορφίες και αναπηρίες, επαγγελματίες σε τσίρκο οι περισσότεροι. Αγάπη, έρωτας, μνησικακίες, ζήλια και εκδίκηση σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Δείτε την ολόκληρη (με μέτρια πάντως ποιότητα) στο βίδεο-γκούγκλι!

Διαβάστε και ένα φοβερό άρθρο για τα κινηματογραφικά τέρατα εδώ!

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

The Invisible Man (Ο αόρατος άνθρωπος)

Το σινεμά του φανταστικού είχε εξαρχής την τιμητική του, καθώς τα διάφορα τρικ με την κάμερα βοηθούσαν στη δημιουργία «απόκοσμων» και μεταφυσικών καταστάσεων. Εξ ου και οι επιτυχίες των ταινιών του Lon Chaney κατά τη διάρκεια του βωβού και των King Kong, Dracula και Frankenstein στη συνέχεια. Ειδικότερα, ο σκηνοθέτης του πρώτου Frankenstein, ο James Whale είχε μια πολύ καλή σχέση με το σινεμά του φανταστικού. Το 1933 ανέλαβε τη μεταφορά του γνωστού διηγήματος του H. G. Wells, ο αόρατος άνθρωπος. Το αποτέλεσμα δικαίωσε το όραμα των δημιουργών με τα πρωτοποριακά για την εποχή εφέ να κλέβουν την παράσταση. Ο Claude Rains ντυνόταν ολόσωμα με μαύρο ύφασμα και τοποθετούνταν σε σκηνικό με το ίδιο ύφασμα για background· αποτύπωναν μία λήψη έτσι και μία δεύτερη (με κανονικά σκηνικά και τη συμμετοχή τρίτων) τη μία πάνω στην αλλή και ορίστε η «μαγεία» του κινηματογράφου. Μεγάλη επιτυχία της εποχής, που ακολουθήθηκε από πολλές συνέχειες και βλέπεται ευχάριστα ακόμα και σήμερα. Βεβαίως και τα εφέ στις μέρες μας έχουν εξελιχθεί σε απίστευτο βαθμό και οι περισσότεροι νέοι θεατές θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν μία τέτοια «παλιομοδίτικη» ταινία· χωρίς να υπάρχει πρόβλημα από μας, μπορούν ήσυχα και ωραία να πάρουν το κουβαδάκι τους και να πάνε σε άλλη παραλία.

The Lodger: A Story of the London Fog (Ο νοικάρης)

(Ή/και) Ο ένοικος μπορεί να αποτέλεσε το 1926 την τρίτη σκηνοθετική δουλειά του κυρίου Hitchcock, αποτέλεσε όμως (όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος) την πρώτη του ουσιαστικά χιτσκοκική ταινία καθώς για πρώτη φορά μπόρεσε να εξασκήσει ανενόχλητος το προσωπικό του ύφος. Ένα ύφος που εκείνη την εποχή ήταν σαφέστατα επηρεασμένο από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Εδώ περιέχονται όλα σχεδόν τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου αυτού του μεγάλου δημιουργού. Έχουμε τον άγνωστο ενοικιαστή που κινεί τις υποψίες με τη συμπεριφορά του, έχουμε μυστηριώδεις φόνους (βρισκόμαστε λίγα χρόνια μόνο μετά την εποχή του Τζακ Αντεροβγάλτη), έχουμε το κυνηγητό ενός αθώου, έχουμε το αναστατωμένο πλήθος που ζητά δικαιοσύνη, αλλά κατά βάθος διψά για εκδίκηση και λιντσάρισμα. Η ταινία κρίθηκε ακατάλληλη για προβολή στις αίθουσες από το γραφείο διανομής και μπήκε στο συρτάρι για ένα χρόνο, μέχρι δηλαδή που την ξαναείδανε με άλλο μάτι και την κυκλοφόρησαν τελικά στις αίθουσες την επόμενη χρονιά. Είναι, τέλος, η ταινία στην οποία ο Χίτσκοκ κάνει το πρώτο του πέρασμα μπροστά από την κάμερα (για την ακρίβεια βρίσκεται ανακατεμένος στο πλήθος του λιντσαρίσματος), το οποίο με τα χρόνια όλοι ξέρουμε ότι εξελίχθηκε σε σήμα κατετεθέν του.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Kwaidan

Το σινεμά του Masaki Kobayashi σε όλο του το μεγαλείο! Τέσσερις ιστορίες του φανταστικού παρμένες μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του Ιρλανδού πολιτογραφημένου στην Ιαπωνία Koizumi Yakumo, ο οποίος γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 και το αγγλικό του όνομα —πριν το αλλάξει— ήταν Patrick Lafcadio Hearn. Η ταινία λοιπόν Kwaidan του 1964 περιλαμβάνει τέσσερις ξεχωριστές ιστορίες που τιτλοφορούνται (επιτρέψτε μου την ελεύθερη απόδοση) Η μαύρη κόμη, Η γυναίκα του χιονιού, Ο Χοΐτσι δίχως αυτιά και Μέσα στο φλιτζάνι του τσαγιού. Στα χέρια οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη, το κάθε κομμάτι θα αποτελούσε ξεχωριστή ταινία. Με μέσο όρο διάρκειας της κάθε ιστορίας τα 45 λεπτά, η ταινία αγγίζει στο σύνολο τις τρεις ώρες. Το σίγουρο όμως είναι ότι δεν θα βαρεθείτε καθόλου. Κι αυτό διότι η σκηνοθετική μαεστρία του Kobayashi αιχμαλωτίζει στο φακό του (βοηθούμενος από την εκπληκτική δουλειά στα σκηνικά και τη φωτογραφία) εικόνες απίστευτης ομορφιάς, δημιουργώντας ένα κινηματογραφικό, ατμοσφαιρικό ποίημα.
Όλες οι ιστορίες έχουν σαν θέμα τη σχέση απλών ανθρώπων με τον άλλο κόσμο και τα φαντάσματα, περιέχοντας και με μια μικρή ανατροπή στο τέλος που θα μπορούσαμε να πούμε ότι... κλείνει το μάτι στον κύριο Shyamalan. Τέλος, παρατηρήστε προσεκτικά την πρώτη ιστορία (αυτή με το μαλλί) για να δείτε από πού έχει αντλήσει τις επιρροές του ο ασιατικός τρόμος της τρέχουσας δεκαετίας!

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

The Roaring Twenties (Πόλις του αίματος)

Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι δρόμοι τριών φίλων από το στρατό χωρίζουν καθώς ο καθένας επιστρέφει στη δουλειά του. Ο πρώτος (Jeffrey Lynn) επιστρέφει στις δικηγορικές σπουδές του, ο δεύτερος και πρώην ιδιοκτήτης σαλούν (Humphrey Bogart) μπλέκεται στο λαθρεμπόριο και ο τρίτος (James Cagney) γίνεται οδηγός ταξί. Στην πορεία και καθώς οι δουλειές των δύο τελευταίων αρχίζουν και πηγαίνουν καλύτερα, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους διακινώντας το παράνομο αλκοόλ μέσα στα ταξί και προμηθεύοντάς το στα διάφορα νυχτερινά μαγαζιά. Η επιτυχία είναι μεγάλη και σιγά-σιγά αρχίζουν να ελέγχουν όλη την πόλη, αλλά δεν θα έχουν μάθει να ελέγχουν τους εαυτούς τους και να προστατευτούν από την ακόρεστη δίψα για εξουσία, χρήματα και χλιδή. Και φυσικά μια γυναίκα (Priscillla Lane) θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο να διαλυθούν οι σχέσεις τους, οι σύμμαχοι να γίνουν τελικά εχθροί και όλα να τελειώσουν μέσα στο αίμα και τη βία.

Η Πόλη του αίματος του 1939 αποτελεί το τελευταίο gangster-film του Cagney μέχρι τη στιγμή που επέστρεψε στο είδος, δέκα χρόνια μετά, με τον Μεγάλο αμαρτωλό. Ο σκηνοθέτης Raoul Walsh αποτυπώνει με μαεστρία τα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου, της οικονομικής ανάπτυξης (μετά τον πόλεμο) και του οικονομικού κραχ (λίγο αργότερα), της ανεργίας, της ποτοαπαγόρευσης και των εγκληματιών. Και μ' αυτήν την ταινία κλείνει ο κύκλος των γκανγκστερικών ταινιών της δεκαετίας του '30 και οδεύουμε προς το πιο κυνικό και σκοτεινό σύμπαν του film-noir της δεκαετίας του '40.

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

The Man Who Shot Liberty Valance

Από τα τόσα γουέστερν που κάτσαμε και ξαναείδαμε (και μερικά είδαμε για πρώτη φορά), η ταινία του 1962 Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς ανήκει ήδη στις αγαπημένες μου. Για πολλούς θεωρείται ως η τελευταία μεγάλη ταινία του John Ford. Ο James Stewart υποδύεται έναν ηλικιωμένο γερουσιαστή που επιστρέφει στη μικρή πόλη του Σίνμπουν για να παρεβρεθεί στην κηδεία του φίλου του και εκεί διηγείται στους δημιοσιογράφους την άγνωστη ιστορία της μικρής πόλης, ένα μίνι-χρονικό της ίδιας της Άγριας Δύσης. Και εμείς παρακολουθούμε στη συνέχεια το πώς βρέθηκε εκεί ως νεαρός δικηγόρος που ήθελε να εξασκήσει το επάγγελμά του έχοντας για μοναδικά όπλα τα βιβλία του· πώς δημιουργήθηκε η αντιπαλότητα και έχθρα με τον περιβόητο νταή Liberty Valance (που υποδύεται ο Lee Marvin)· πώς τον βοήθησε ο σκληρός (φυσικά) John Wayne και του έδειξε πώς να χειρίζεται το όπλο· πώς ο διαβασμένος Stewart έμαθε στους αγρότες γραφή και ανάγνωση και τους βοήθησε να εξασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους ενάντια στην αδικία των μεγαλοκτηματιών. Ουσιαστικά, βλέπουμε (όπως έχει γραφεί και αλλού) το πέρασμα από την τρομοκρατία στην έννομη τάξη, από τον αναλφαβητισμό στο δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου.

Roman Holiday (Διακοπές στη Ρώμη)

Με την πρώτη (ουσιαστικά) πρωταγωνιστική της εμφάνιση το 1953, η Audrey Hepburn έγινε παγκοσμίως γνωστή και τσίμπησε το Όσκαρ α' γυναικείου ρόλου με την πρώτη. Υποδυόταν μια σύγχρονη πριγκίπισσα που επαναστατεί κατά της βασιλικής καταπίεσης. Αψηφώντας τα πρωτόκολλα και... τους πάντες, το σκάει για να κάνει πραγματικές Διακοπές στη Ρώμη. Εκεί γνωρίζει τον Gregory Peck, έναν αμερικανό δημοσιογράφο που ψάχνει την αποκλειστική είδηση, ενώ κρύβει ο ένας απ' τον άλλο την πραγματική τους ταυτότητα.

Το άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας πέρα από την Hepburn βεβαίως-βεβαίως είναι η ιστορική βόλτα στην αιώνια πόλη πάνω στη βέσπα. Κάτι που διαφήμισε βοήθησε και την ιταλική εταιρεία κατασκευής της και την έκανε διάσημη παγκοσμίως. Όσον αφορά την ταινία πάντως, πρόκειται για μια χαριτωμένη ξενάγηση στη Ρώμη, έναν ευχάριστο ταξιδιωτικό οδηγό χάρη στο ανάλαφρο άγγιγμα του William Wyler, που φαίνεται ήθελε να κινηματογραφήσει τη Ρώμη έτσι όπως θα την έβλεπε ένας τουρίστας.

Να σημειώσουμε το γεγονός ότι το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Dalton Trumbo αλλά, λόγω της εμπλοκής του με τη Μαύρη Λίστα του γερουσιαστή Μακάρθι, το έδωσε στον Ian McLellan Hunter, ο οποίος κέρδισε και το βραβείο όσκαρ καλύτερου σεναρίου. Στην απονομή του 1993 όμως αποκαταστάθηκε η ιστορία, βραβεύοντας μετά θάνατον τον Trumbo, δίνοντας το βραβείο όσκαρ για την εν λόγω ταινία στη χήρα γυναίκα του.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα!

Journey Into Fear

Καταρχάς, δώστε βάση στους ελληνικούς τίτλους που δόθηκαν στην ταινία Journey Into Fear του 1943: Κατάσκοποι της Ισταμπούλ, Μονομαχία κατασκόπων και, τέλος, Ταξίδι στο φόβο. Έπειτα, να πούμε ότι η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο κατασκοπευτικό μυθιστόρημα του βρετανού Eric Ambler, από τον οποίο προτείνω να διαβάσετε (για όσους δεν έχει τύχει να διαβάσουν) τη Μάσκα του Δημήτριου (εκδόσεις Άγρα). Έπειτα, αξίζει να αναφέρουμε ότι αυτή η ταινία ήταν η τρίτη και τελευταία που ήταν υποχρεωμένος, βάσει συμβολαίου, να γυρίσει ο Orson Welles για την εταιρεία RKO. Ήταν η εποχή όμως που ο Welles τσακωνόταν με την εταιρεία του για διάφορα θέματα (όπως το μοντάζ των Υπέροχων Άμπερσον,) και έλειπε συνεχώς από τα γυρίσματα (ως και μέχρι τη Βραζιλία πήγε για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ It's All True), με συνέπεια το σενάριο να αναλάβει ο φίλος του και πρωταγωνιστής Joseph Cotten και τη σκηνοθεσία να υπογράψει τελικά ο Norman Foster. Αυτά και άλλα πολλά είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας χαοτικής ταινίας: 68 μόλις λεπτά διάρκεια με μια voice-over αφήγηση που πετάγεται από το πουθενά, μοντάζ που κόβει τις σκηνές οριακά και μια βιαστική —θα λέγαμε— εξέλιξη της ιστορίας που δεν κερδίζει το θεατή και δεν δημιουργεί το κατάλληλο σασπένς. Το μόνο που μας μένει στο τέλος είναι η πληθωρική —αν μη τι άλλο— παρουσία του Welles στο ρόλο ενός Τούρκου αξιωματούχου και το τελευταίο κυνηγητό πάνω στη μαρκίζα εν μέσω καταρρωκτώδης βροχής.

It Happened One Night (Νέα Υόρκη–Μαϊάμι/Συνέβη μια νύχτα)

«Μαζί για πρώτη φορά», λέει το διαφημιστικό σλόγκαν της αφίσας. Κι αυτό διότι οι δύο μεγάλοι σταρ της δεκαετίας του '30, Claudette Colbert και Clark Gable συνεργάζονται το 1934 στην ταινία It Happened One Night του μεγάλου Frank Capra. Την πρώτη ταινία που πήρε και τα πέντε μεγάλα βραβεία Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, α' ανδρικού και γυναικείου ρόλου. Μια ταινία που βλέπεται ευχάριστα ακόμη και σήμερα ύστερα από 70+ χρόνια. Την ταινία που όρισε τον ορισμό της screwball κωμωδίας.

Η ζωηρή και κακομαθημένη κοσμική δεσποινίς Έλι Άντριους το σκάει από τον πλούσιο πατέρα της που προσπαθεί να την παντρέψει με έναν αργόσχολο, επίσης πλούσιο και αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία πλέιμποϊ. Χωρίς αποσκευές και με λίγα λεφτά πηγαίνει προς τη Νέα Υόρκη. Στο λεωφορείο συναντά τον ξύπνιο δημοσιογράφο Πίτερ Γουόρν. Αυτή χρειάζεται τις «ικανότητές» του κι αυτός ένα ζουμερό ρεπορτάζ. Στην πορεία ακολουθούν ατελείωτοι καβγάδες, η πλούσια κορασίδα θα αναγκαστεί να συνεχίσει το ταξίδι της μαζί του κάνοντας ωτοστόπ, να μείνουν μαζί σε ένα μοτέλ αλλά μέχρι να φτάσουν στη Νέα Υόρκη θα έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλο!

Ένα άλλο συμπέρασμα πάντως που πηγάζει από την ταινία και αφορά τον ελληνικό κινηματογράφο είναι το πόσο πίσω ήταν (είναι;) η εγχώρια κινηματογραφία. 20 με 30 χρόνια διαφορά... φάσης! Θυμηθείτε μόνο την ταινία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» και συσχετίστε την με την άνωθεν. Ταινίες που κυκλοφορούσαν τη δεκαετία του '30 και το '40 στο εξωτερικό, τις επαναλαμβάναμε εμείς τη δεκαετία του '50 και του '60. Τι να πει κανείς...

Murder, My Sweet

Το σκληρό και κυνικό σύμπαν το Raymond Chandler αποτυπώνεται και στην ταινία Murder, My Sweet παραγωγής 1944 σε σκηνοθεσία Edward Dmytryk. Αν και βασίστηκε στο διήγημα Farewell, My Lovely, οι παραγωγοί αποφάσισαν να αλλάξουν τον τίτλο ώστε να μην νομίσει το κοινό ότι πρόκειται για μιούζικαλ! Κι αυτό επειδή ο πρωταγωνιστής Dick Powell ήταν γνωστότερος για τις κωμικές και ανάλαφρες ταινίες που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30. Στο ρόλο του Philip Marlowe πάντως δεν τα πηγαίνει και άσχημα. Μην περιμένετε φυσικά κάτι αντίστοιχο του κυρίου Bogart. Διατηρεί πάντως όλα τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα που δημιούργησεο Chandler, έχοντας και την απαραίτητη κωμική δόση. Όσον αφορά την υπόθεση της ταινίας, καλύτερα δείτε την από μόνοι σας γιατί το μπέρδεμα είναι εγγυημένο· στο σύμπαν του Chandler βρισκόμαστε άλλωστε.