Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Priscilla Lane. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Priscilla Lane. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

The Roaring Twenties (Πόλις του αίματος)

Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι δρόμοι τριών φίλων από το στρατό χωρίζουν καθώς ο καθένας επιστρέφει στη δουλειά του. Ο πρώτος (Jeffrey Lynn) επιστρέφει στις δικηγορικές σπουδές του, ο δεύτερος και πρώην ιδιοκτήτης σαλούν (Humphrey Bogart) μπλέκεται στο λαθρεμπόριο και ο τρίτος (James Cagney) γίνεται οδηγός ταξί. Στην πορεία και καθώς οι δουλειές των δύο τελευταίων αρχίζουν και πηγαίνουν καλύτερα, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους διακινώντας το παράνομο αλκοόλ μέσα στα ταξί και προμηθεύοντάς το στα διάφορα νυχτερινά μαγαζιά. Η επιτυχία είναι μεγάλη και σιγά-σιγά αρχίζουν να ελέγχουν όλη την πόλη, αλλά δεν θα έχουν μάθει να ελέγχουν τους εαυτούς τους και να προστατευτούν από την ακόρεστη δίψα για εξουσία, χρήματα και χλιδή. Και φυσικά μια γυναίκα (Priscillla Lane) θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο να διαλυθούν οι σχέσεις τους, οι σύμμαχοι να γίνουν τελικά εχθροί και όλα να τελειώσουν μέσα στο αίμα και τη βία.

Η Πόλη του αίματος του 1939 αποτελεί το τελευταίο gangster-film του Cagney μέχρι τη στιγμή που επέστρεψε στο είδος, δέκα χρόνια μετά, με τον Μεγάλο αμαρτωλό. Ο σκηνοθέτης Raoul Walsh αποτυπώνει με μαεστρία τα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου, της οικονομικής ανάπτυξης (μετά τον πόλεμο) και του οικονομικού κραχ (λίγο αργότερα), της ανεργίας, της ποτοαπαγόρευσης και των εγκληματιών. Και μ' αυτήν την ταινία κλείνει ο κύκλος των γκανγκστερικών ταινιών της δεκαετίας του '30 και οδεύουμε προς το πιο κυνικό και σκοτεινό σύμπαν του film-noir της δεκαετίας του '40.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει: Saboteur

Saboteur_posterΣαμποτέρ: μια ταινία την οποία είχα εντελώς παρεξηγημένη, χωρίς να την έχω δει. Και αυτό διότι την είχα τοποθετήσει –στο μυαλό μου πάντα– στις προπαγανδιστικές ταινίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Καταλάβατε τι σκεφτόμουν: αμερικανιά, εξύψωση εθνικού φρονήματος και τα λοιπά. Έτσι συνέχεια την άφηνα και την είδα τελικά τις προάλλες, τελευταία από όλες τις ταινίες του αγαπητού Χίτσκοκ. Αλλά τελικά την πατήσαμε! Γιατί μπορώ πλέον να πω ότι αποτελεί μια από τις πιο έξυπνες δημιουργίες του... δημιουργού. Η ταινία περιέχει τα γνωστά μοτίβα του Χίτσκοκ και μοιάζει στα σημεία με την αγγλική Τα 39 σκαλοπάτια. Ξέρετε, κυνηγητό, η κοπέλα που δεν πιστεύει στην αθωώτητα του ήρωα (αλλά μετά τον ερωτεύεται), μπλέξιμο με χειροπέδες, άνθρωποι κρεμασμένοι σε ψηλά κτίρια/μνημεία και τα λοιπά.

Ο πόλεμος πάντως είναι το πρόσχημα μόνο ώστε να δημιουργηθούν οι «κατάλληλες» συνθήκες ώστε να παγιδευτεί ο ήρωάς μας (Robert Cummings) και να αρχίσει το διπλό κυνηγητό· οι αρχές να κυνηγάνε τον πρωταγωνιστή και αυτός να ψάχνει τον αληθινό δράστη. Και όσον αφορά τις αμερικανιές; Σε μια στιγμή βγάζει έναν πύρινο λόγο ο ήρωάς μας, γιατί, όπως και να το κάνουμε, είμαστε στη μέση του πολέμου· 1942 γαρ. Αλλά παρά ταύτα, οι κακοί είναι Αμερικανοί και τα ιθύνοντα μυαλά τελικά διαφεύγουν στο εξωτερικό. Το κακό δεν θριαμβεύει, αλλά δεν χάνει τον πόλεμο (ακόμα).
Saboteur_screenshot
Αρκετές σημαντικές σκηνές, αν όχι σκηνές ανθολογίας, περιέχει η ταινία όπως το κυνηγητό μέσα στο σινεμά την ώρα προβολής ταινίας, με τους χαρακτήρες στο σελιλόιντ να περιγράφουν με τις ατάκες τους τις αντιδράσεις και την ψυχολογία του διωκόμενου! Κάτι ανάλογο έκανε ο Χιτς και στο βρετανικό Σαμποτάζ του 1936. Επίσης, η ταινία βρίθει από συμβολισμούς με σημαντικότερη τη χρήση του Αγάλματος της Ελευθερίας στην τελική σκηνή. Ειδικότερα, η στιγμή που ο σαμποτέρ κρύβεται μέσα στο Άγαλμα, συμβολίζει (όπως λένε οι αναλυτές του έργου του Χιτς) το γεγονός ότι οι κατάσκοποι κρύβονται εύκολα κάτω από το πέπλο της ελευθερίας. Εξήντα πέντε χρόνια μετά, οι συγκρίσεις με τους σύγχρονους κατασκόπους αποκλείονται. Παρόλο αυτά, η ταινία παραμένει φρέσκια και αξίζει η θέασή της (ακόμα και από αυτούς που δεν αντέχουν τις... ασπρόμαυρες ταινίες).