Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

M (Ο δράκος του Λονδίνου)

B-movie ριμέικ του ομότιτλου κλασικού έργου του Fritz Lang, από τον Joseph Losey γυρισμένο στο Λος Άντζελες. Ο ελληνικός τίτλος που δώσανε στο έργο ήταν... "Ο δράκος του Λονδίνου"! Το Μ ίσως φαντάζει το πιο άκυρο αμερικανικό ριμέικ. Είναι εξάλλου γνωστή η μανία των αμερικανών να αντιγράφουν πετυχημένα και διάσημα έργα και να τα "αμερικανοποιούν". Εδώ πάντως βρίσκουμε ως παραγωγό τον Seymour Nebenzal, τον παραγωγό του ορίτζιναλ γερμανικού έργου (και άλλων έργων του Fritz Lang) που ήταν υπεύθυνος για αυτό το ριμέικ. Σκηνοθέτης ο ανερχόμενος Losey, λίγο πριν μπει στη μαύρη λίστα του Μακάρθι και αυτοεξοριστεί στην Ευρώπη. Στο τέλος, από το έργο μας έμεινε: τα ωραία εξωτερικά πλάνα από το Λος Άντζελες του '50, την πειστική ερμηνεία του δολοφόνου, τις ερμηνείες-καρικατούρες των υπόλοιπων ρόλων, τη μεγάλη σεκάνς κυνηγητού μέσα στο κτίριο Bradbury (με πιο γνωστή και χαρακτηριστική χρήση του ως ντεκόρ στο Blade Runner) και τη μεγάλη σεκάνς με το λαϊκό δικαστήριο που λαμβάνει χώρα σε υπόγειο γκαράζ.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

The Charge of the Light Brigade

Ξεκινάς να δεις το έργο The Charge of the Light Brigade και καταλύγεις να διαβάζεις ιστορία (στρατιωτική και... χολιγουντιανή). Η Warner επέλεξε το 1936 να γυρίσει ένα έργο με θέμα τη Βρετανική αυτοκρατορία του 19ου αιώνα, μετά την επιτυχία του Lives of a Bengal Lancer του '35. Ο τίτλος του έργου βασίστηκε στο ομότιτλο ποίημα του Λόρδου Alfred Tennyson γύρω από την επέλαση ελαφριάς ταξιαρχίας Βρετανών εναντίον των Ρώσων (στη μάχη του Balaklava-1854) στον πόλεμο της Κριμαίας. Οι δυνάμεις των Ρώσων ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτό που πίστευαν οι Βρετανοί και η συντριβή της ταξιαρχίας ήταν αναπόφευκτη.

Η ιστορία της ταινίας που παρακολουθούμε πάντως επικεντρώνεται στο ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στον Errol Flynn, την αρραβωνιαστικιά του Olivia de Haviland και τον αδερφό του Flynn (κάποιον σχετικά άσημο Patrick Knowles), και το δράμα περιπλέκεται από τις εξελίξεις και το περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται. Το οποίο περιβάλλον είναι η Ινδία και η επανάσταση του 1857. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ταινία βασίστηκε πάνω στην ιστορία της σφαγής του Cawnpore και μόνο στο τέλος παρουσιάζεται η μάχη στο Balaklava. Επειδή όμως υπήρχε χρονολογική ανακρίβεια με τα δύο συμβάντα, οι του Χόλιγουντ επέλεξαν να αλλάξουν ονομασία στο Cawnpore και το μετονόμασαν στο φανταστικό Chukoti. Η βία που παρουσιάζεται στο έργο είναι αρκετά... light και γραφικά απλοϊκή για τα δεδομένα του σύγχρονου θεατή αλλά και για την λογοκρισία της εποχής του 1936, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της αποτροπιαστικής σφαγής που έλαβε χώρα στο Cawnpore από τους Ινδούς. Και φυσικά, στη συνέχεια, τα αντίποινα των Βρετανών ήταν εντελώς εκδικητικά και ομοίως αποτροπιαστικά.

Μετά αναρωτιέσαι αν έχει αλλάξει τίποτα στον κόσμο μας εδώ και χιλιάδες χρόνια: οι μεγάλεις δυνάμεις επεμβαίνουν σε διάφορα σημεία του πλανήτη, οι προστριβές οδηγούν σε αιματοχυσίες και εν έτη 2015 η τρομοκρατική ενέργεια στο Παρίσι επιβεβαιώνει την απορία μου· τίποτα δεν έχει αλλάξει σ'αυτόν τον κόσμο.

Κατά τ'άλλα, το έργο είναι άλλη μία δημιουργία του κλασικού Χόλιγουντ με σκηνοθέτη τον Michael Curtiz (της Καζαμπλάνκας και άλλων τετρακοσίων έργων!), με εμφάνιση των στίχων του ποιήματος πάνω στην οθόνη κατά τη διάρκεια της τελικής μάχης (σαν ταινία του βωβού) και με πλήθος από κουστούμια, σκηνικά, κομπάρσων και αλόγων. Σημειώστε ότι (αντιγράφω από wikipedia) στην τελική σκηνή, χρησιμοποιήθηκε ως είθισται σύρμα για να ανατρέπονται τα άλογα αλλά χρειάστηκε να θανατωθούν 25 από τα 125. Μετά από αυτό το συμβάν, το αμερικανικό Κονγκρέσο θέσπισε νόμο για την προστασία των ζώων στα γυρίσματα ταινιών και φυσικά απαγορεύτηκε η χρήση των συρμάτων.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Sylvia Scarlett

Η πρώτη συνεργασία της Katharine Hepburn και του Cary Grant (από τις 4 συνολικά) ήταν το Sylvia Scarlett του 1935. Παρόλο που οι προσδοκίες ήταν μεγάλες, αν προσθέσουμε και το ότι το στόρι θέλει την Hepburn να υποδύεται το αγόρι, τελικά το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που περίμενα. Με ένα σενάριο που δεν ξέρει προς τα πού να κινηθεί, η ταινία ξεκινάει ως κωμωδία και καταλήγει απότομα στο δράμα. Στην αρχή, μοιάζει με μία συρραφή σκηνών όπου ο κομπιναδόρος Grant προσπαθεί να μυήσει στα κόλπα τη Hepburn και τον πατέρα της, με ελάχιστα επιτυχή αποτελέσματα. Και όταν αποφασίσουν να παρατήσουν τις κομπίνες, θα πάνε στις αγγλικές παραλίες για να βγάλουν τα προς το ζην ως υπαίθριοι τραγουδοποιοί. Και εκεί θα γνωρίσουν έναν πλούσιο κύριο που θα εντυπωσιάσει τη Hepburn και για τα μάτια του θα φορέσει ξανά τα γυναικεία ρούχα. Και από κείνο το σημείο και μετά η ταινία ασχολείται με το ερωτικό τετράγωνο που έχει δημιουργηθεί και με το ποιος θα είναι με ποια. Όσο η Hepburn υποδύεται το αγόρι (για λόγους που θα δείτε στο πρώτο πεντάλεπτο του έργου), η ταινία έχει ενδιαφέρον, τα αστεία και οι παρεξηγήσεις μεταξύ των δύο φύλων είναι ενδιαφέροντα. Στο σύνολο, όμως, τελικά θα χαρακτήριζα το έργο μέτριο. Στο ρόλο του πατέρα βρίσκουμε τον Edmund Gwenn, που τον θυμόμαστε κυρίως από το ρόλο του ως Άη Βασίλης στο Θαύμα στο Μανχάταν.

Υ.Γ. Οι άλλες τρεις -και πολύ καλύτερες- συνεργασίες, κατά χρονολογική σειρά: Holiday το 1938, το Bringing Up Baby το 1939 και το The Philadelphia Story το 1940.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

A Canterbury Tale

Καθώς πηγαίνουν για προσκύνημα στον ιστορικό καθεδρικό του Canterbury, οι ζωές τριών ανθρώπων (ένας Άγγλος στρατιωτικός, ένας Αμερικανός φαντάρος και μία κοπέλα) διασταυρώνονται στο διπλανό χωριό, όταν κατεβαίνουν από το τρένο σε λάθος στάση. Ακολουθεί μία ιστορία τύπου-ντετέκτιβ για την ανεύρεση του Glue Man, του ανθρώπου που πετάει κόλλες στα μαλλιά νεαρών γυναικών. Στο ενδιάμεσο, τα αστεία με τις διαφορετικές λέξεις των Βρετανών και Αμερικανών για τα ίδια πράματα αλλά και των διαφορετικών συνηθειών δίνουν και παίρνουν. Και μετά τη λύση του μυστηρίου, οι εκπλήξεις στις ζωές τους, όταν φθάνουν τελικά στο Canterbury, μπορούν να ερμηνευτούν, από τον καθένα προσωπικά, και ως μικρά θαύματα.

Το δίδυμο των Powell και Pressburger υπογράφει το σενάριο, τη σκηνοθεσία και την παραγωγή του A Canterbury Tale, άλλης μίας κορυφαίας ταινίας φιαγμένη μέσα στον πολέμο χωρίς καμία σκηνή μάχης και πολέμου. Παράλληλα, παρατηρούμε και τη ζωή της αγγλικής υπαίθρου κατά τη διάρκεια του πολέμου. Και το δυναμικό μοντάζ που κάνει άλμα 600 χρόνων στην αρχή της ταινίας, από τον αετό του 14ου αιώνα στο αεροπλάνο του σήμερα, μας έφερε στο μυαλό το αντίστοιχο του Κιούμπρικ στην Οδύσσεια του διαστήματος (από το κόκκαλο-όπλο στο διαστημόπλοιο).