Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Gielgud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Gielgud. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Falstaff (Chimes of midnight)

Η τελευταία ολοκληρωμένη κινηματογραφική ταινία του Orson Welles αποτέλεσε ένα παλιότερό του σχέδιο, που είχε προσπαθήσει να ανεβάσει στο σανίδι πριν τον πόλεμο. Πρόκειται για τον χαρακτήρα Φάλσταφ που δημιούργησε ο Σαίξπηρ και εμφανίζεται σε διάφορα κείμενα του βάρδου· έναν αρχιψευταρά, γλεντζέ χοντρό που παραμυθιάζει τους πάντες, αλλά διασκεδάζει με τους πάντες και χαίρεται τη ζωή. Ο μεσιέ Γουέλς λοιπόν πήρε αποσπάσματα από τα διάφορα έργα και έφτιαξε ένα καινούριο, το Καμπάνες του μεσονυχτίου. Ίσως η πιο μελετηρή ανάλυση του έργου του βάρδου. Γυρίστηκε στην Ισπανία με ισπανική χρηματοδότηση, συμμετείχαν διάφοροι διάσημοι ηθοποιοί όπως η Jeanne Moreau, ο John Gielgud και ο Ralph Richardson που έδωσε τη φωνή του για την αφήγηση. Και με τι ασχολείται το έργο; Εν ολίγοις, βλέπουμε τον πρίγκιπα της Ουαλίας να κάνει παρέα με τον Φάλσταφ, κόντρα στο πρωτόκολλο και τη γνώμη του βασιλιά που θεωρεί αδιανόητες τέτοιες συναναστροφές. Όταν πάρει το θρόνο όμως, θα γίνει κι αυτός ένας βασιλιάς όπως οι προηγούμενοι και θα τον ξεχάσει. Απίστευτη σκηνοθεσία για άλλη μια φορά από τον Γουέλς, αλλά όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με σαιξπηρικά έργα, μπορεί να το βρουν λίγο δυσνόητο.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Chariots of Fire (Δρόμοι της φωτιάς)

Η νικήτρια ταινία των όσκαρ το 1982 ήταν η Chariots of Fire, πιο γνωστή στην Ελλάδα με τον τίτλο «Οι δρόμοι της φωτιάς». Επίσης, έμεινε γνωστή σε εμάς κυρίως για το πασίγνωστο πλέον μουσικό θέμα που συνέθεσε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και για το θέμα της, που ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Παρίσι το 1924. Ένας Άγγλος και ένας Σκωτσέζος, εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, φοιτητής στο Κέμπριτζ ο ένας και διάσημος ιεροκύρηκας (!) ο άλλος, αποφασίζουν να λάβουν μέρος στους ολυμπιακούς αγώνες. Σε αντιδιαστολή με τα σημερινά χρόνια, σκοπός τους ήταν η υστεροφημία και η δόξα για την πατρίδα· όχι μια θέση στο δημόσιο ή μια ευκαιρία για εύκολο χρήμα από σπόνσορες. Πολύ καλή ανασύσταση της εποχής, αποτελεί μια ευκαιρία να δουν όσοι ενδιαφέρονται τον τρόπο που αθλούνταν και προπονούνταν οι αθλητές πριν μερικές δεκαετίες. Η εξέλιξη της ιστορίας είναι λίγο χαλαρή, αρκετά... british (για να μην πούμε βαρετή), αλλά σε αποζημιώνει το τελευταίο μισάωρο με τις σκηνές από τους αγώνες που ανεβάζουν την ένταση συνοδεία της διάσημης μουσικής της ταινίας. Ενδιαφέρον έχει το συμπληρωματικό καστ που αποτελείται από πλειάδα διάσημων ηθοποιών όπως ο Ian Holm, ο σερ John Gielgud, ο Nigel Davenport. Ακόμα και ο γνωστός σκηνοθέτης Lindsay Anderson συμμετέχει με μικρό ρόλο όπως και ο Brad Davis (της Οδύσσειας του Κιούμπρικ) που υποδύεται τον αμερικανό αντίπαλο των βρετανών. Τέσσερα βραβεία όσκαρ (ταινίας, μουσικής για τον Βαγγέλη, κουστουμιών και σεναρίου) και βραβείο ερμηνείας β' ρόλου στις Κάννες για τον Ian Holm.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Richard III

Μετά τον σκοτεινό, γοτθικό και... ασπρόμαυρο Άμλετ, ο Laurence Olivier επιστρέφει το 1955 με άλλο ένα σαιξπηρικό έργο για τρίτη φορά μπροστά και πίσω από την κάμερα. Ο Ριχάρδος ο 3ος περιλαμβάνει ένα «πλούσιο» επιτελείο ηθοποιών, την αφρόκρεμα της βρετανικής σκηνής. Είναι επίσης μια πλούσια παραγωγή σε πολύχρωμα κουστούμια, αλλά, περιέργως, με λιτά σκηνικά που μου φάνηκαν —θα έλεγα— αρκετά φτωχικά και μουντά. Η μουσική επίσης είναι ανύπαρκτη στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας και λίγο πριν το τέλος ακούμε κάποιες νότες με μεγαλύτερη διάρκεια. Αλλά αν βάλουμε όλα αυτά στην άκρη, μένει τότε το κείμενο. Και το να παρακολουθείς για 2 ώρες και 40 λεπτά μια σαιξπηρική ταινία με διαλόγους βγαλμένους κατευθείαν μέσα από το κείμενο του βάρδου —να ακούς δηλαδή μόνο αρχαία αγγλικά— απαιτεί μεγάλη προσπάθεια συγκέντρωσης. Και ως μη εξειδικευμένος στο αγγλικό θέατρο, μπορώ να πω ότι η ταινία με κούρασε. Στο τελευταίο κομμάτι η ταινία ανεβαίνει καθώς βγαίνει στο ύπαιθρο για την τελευταία μάχη. Εκεί, η άξια αναφοράς φωτογραφία δίνει ανάσες στο βαρύ έργο και ταυτόχρονα αναπνέουμε και μεις έναν αέρα φρεσκάδας.

Στις ΗΠΑ αποτέλεσε μεγάλη εμπορική αποτυχία, καθώς λίγο πριν βγει στις αίθουσες είχε προβληθεί από την τηλεόραση! Άξιο απορίας πώς τα κατάφεραν... Για τους μη θεατρόφιλους, τέλος, προτείνουμε ως πρώτη επαφή με το συγκεκριμένο έργο του Σαίξπηρ να αναζητήσουν την εναλλακτική σκηνοθετική προσέγγιση του Al Pacino ή την μοντέρνα εκδοχή από τον Ian McKellen (την οποία εμείς δεν έτυχε να δούμε ακόμα).