Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Freaks (Τα τέρατα)

Ο δημιουργός του αρχετυπικού κινηματογραφικού Δράκουλα (με τον Bela Lugosi) αποφάσισε να προσφέρει στο ανυποψίαστο κοινό της εποχής την απόλυτα ρεαλιστική, δραματική ταινία που η απλοϊκή μας και «υπεράνω» αντίληψη δεν μπορούσε (ίσως ακόμα και σήμερα δεν μπορεί) να χωνέψει. Το σοκ που πρόσφερε η ταινία τα τέρατα το 1932 δεν περιγράφεται. Από τις δοκιμαστικές προβολές φάνηκε ότι θα υπάρχει πρόβλημα και έτσι η MGM πίεσε ώστε να μειωθεί η αρχική διάρκεια των 90 λεπτών. Κόψε-κόψε, η ταινία έφτασε τελικά να διαρκεί μόλις 64 λεπτά. Όλη η δύναμή της όμως βρίσκεται αυτούσια. Και να πούμε ότι το όλο θέμα προκλήθηκε επειδή ο Browning χρησιμοποίησε αληθινούς ανθρώπους με δυσμορφίες και αναπηρίες, επαγγελματίες σε τσίρκο οι περισσότεροι. Αγάπη, έρωτας, μνησικακίες, ζήλια και εκδίκηση σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Δείτε την ολόκληρη (με μέτρια πάντως ποιότητα) στο βίδεο-γκούγκλι!

Διαβάστε και ένα φοβερό άρθρο για τα κινηματογραφικά τέρατα εδώ!

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

The Invisible Man (Ο αόρατος άνθρωπος)

Το σινεμά του φανταστικού είχε εξαρχής την τιμητική του, καθώς τα διάφορα τρικ με την κάμερα βοηθούσαν στη δημιουργία «απόκοσμων» και μεταφυσικών καταστάσεων. Εξ ου και οι επιτυχίες των ταινιών του Lon Chaney κατά τη διάρκεια του βωβού και των King Kong, Dracula και Frankenstein στη συνέχεια. Ειδικότερα, ο σκηνοθέτης του πρώτου Frankenstein, ο James Whale είχε μια πολύ καλή σχέση με το σινεμά του φανταστικού. Το 1933 ανέλαβε τη μεταφορά του γνωστού διηγήματος του H. G. Wells, ο αόρατος άνθρωπος. Το αποτέλεσμα δικαίωσε το όραμα των δημιουργών με τα πρωτοποριακά για την εποχή εφέ να κλέβουν την παράσταση. Ο Claude Rains ντυνόταν ολόσωμα με μαύρο ύφασμα και τοποθετούνταν σε σκηνικό με το ίδιο ύφασμα για background· αποτύπωναν μία λήψη έτσι και μία δεύτερη (με κανονικά σκηνικά και τη συμμετοχή τρίτων) τη μία πάνω στην αλλή και ορίστε η «μαγεία» του κινηματογράφου. Μεγάλη επιτυχία της εποχής, που ακολουθήθηκε από πολλές συνέχειες και βλέπεται ευχάριστα ακόμα και σήμερα. Βεβαίως και τα εφέ στις μέρες μας έχουν εξελιχθεί σε απίστευτο βαθμό και οι περισσότεροι νέοι θεατές θα δυσκολευτούν να παρακολουθήσουν μία τέτοια «παλιομοδίτικη» ταινία· χωρίς να υπάρχει πρόβλημα από μας, μπορούν ήσυχα και ωραία να πάρουν το κουβαδάκι τους και να πάνε σε άλλη παραλία.

The Lodger: A Story of the London Fog (Ο νοικάρης)

(Ή/και) Ο ένοικος μπορεί να αποτέλεσε το 1926 την τρίτη σκηνοθετική δουλειά του κυρίου Hitchcock, αποτέλεσε όμως (όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος) την πρώτη του ουσιαστικά χιτσκοκική ταινία καθώς για πρώτη φορά μπόρεσε να εξασκήσει ανενόχλητος το προσωπικό του ύφος. Ένα ύφος που εκείνη την εποχή ήταν σαφέστατα επηρεασμένο από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό. Εδώ περιέχονται όλα σχεδόν τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου αυτού του μεγάλου δημιουργού. Έχουμε τον άγνωστο ενοικιαστή που κινεί τις υποψίες με τη συμπεριφορά του, έχουμε μυστηριώδεις φόνους (βρισκόμαστε λίγα χρόνια μόνο μετά την εποχή του Τζακ Αντεροβγάλτη), έχουμε το κυνηγητό ενός αθώου, έχουμε το αναστατωμένο πλήθος που ζητά δικαιοσύνη, αλλά κατά βάθος διψά για εκδίκηση και λιντσάρισμα. Η ταινία κρίθηκε ακατάλληλη για προβολή στις αίθουσες από το γραφείο διανομής και μπήκε στο συρτάρι για ένα χρόνο, μέχρι δηλαδή που την ξαναείδανε με άλλο μάτι και την κυκλοφόρησαν τελικά στις αίθουσες την επόμενη χρονιά. Είναι, τέλος, η ταινία στην οποία ο Χίτσκοκ κάνει το πρώτο του πέρασμα μπροστά από την κάμερα (για την ακρίβεια βρίσκεται ανακατεμένος στο πλήθος του λιντσαρίσματος), το οποίο με τα χρόνια όλοι ξέρουμε ότι εξελίχθηκε σε σήμα κατετεθέν του.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Kwaidan

Το σινεμά του Masaki Kobayashi σε όλο του το μεγαλείο! Τέσσερις ιστορίες του φανταστικού παρμένες μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του Ιρλανδού πολιτογραφημένου στην Ιαπωνία Koizumi Yakumo, ο οποίος γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 και το αγγλικό του όνομα —πριν το αλλάξει— ήταν Patrick Lafcadio Hearn. Η ταινία λοιπόν Kwaidan του 1964 περιλαμβάνει τέσσερις ξεχωριστές ιστορίες που τιτλοφορούνται (επιτρέψτε μου την ελεύθερη απόδοση) Η μαύρη κόμη, Η γυναίκα του χιονιού, Ο Χοΐτσι δίχως αυτιά και Μέσα στο φλιτζάνι του τσαγιού. Στα χέρια οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη, το κάθε κομμάτι θα αποτελούσε ξεχωριστή ταινία. Με μέσο όρο διάρκειας της κάθε ιστορίας τα 45 λεπτά, η ταινία αγγίζει στο σύνολο τις τρεις ώρες. Το σίγουρο όμως είναι ότι δεν θα βαρεθείτε καθόλου. Κι αυτό διότι η σκηνοθετική μαεστρία του Kobayashi αιχμαλωτίζει στο φακό του (βοηθούμενος από την εκπληκτική δουλειά στα σκηνικά και τη φωτογραφία) εικόνες απίστευτης ομορφιάς, δημιουργώντας ένα κινηματογραφικό, ατμοσφαιρικό ποίημα.
Όλες οι ιστορίες έχουν σαν θέμα τη σχέση απλών ανθρώπων με τον άλλο κόσμο και τα φαντάσματα, περιέχοντας και με μια μικρή ανατροπή στο τέλος που θα μπορούσαμε να πούμε ότι... κλείνει το μάτι στον κύριο Shyamalan. Τέλος, παρατηρήστε προσεκτικά την πρώτη ιστορία (αυτή με το μαλλί) για να δείτε από πού έχει αντλήσει τις επιρροές του ο ασιατικός τρόμος της τρέχουσας δεκαετίας!

Κυριακή 4 Μαΐου 2008

The Roaring Twenties (Πόλις του αίματος)

Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι δρόμοι τριών φίλων από το στρατό χωρίζουν καθώς ο καθένας επιστρέφει στη δουλειά του. Ο πρώτος (Jeffrey Lynn) επιστρέφει στις δικηγορικές σπουδές του, ο δεύτερος και πρώην ιδιοκτήτης σαλούν (Humphrey Bogart) μπλέκεται στο λαθρεμπόριο και ο τρίτος (James Cagney) γίνεται οδηγός ταξί. Στην πορεία και καθώς οι δουλειές των δύο τελευταίων αρχίζουν και πηγαίνουν καλύτερα, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους διακινώντας το παράνομο αλκοόλ μέσα στα ταξί και προμηθεύοντάς το στα διάφορα νυχτερινά μαγαζιά. Η επιτυχία είναι μεγάλη και σιγά-σιγά αρχίζουν να ελέγχουν όλη την πόλη, αλλά δεν θα έχουν μάθει να ελέγχουν τους εαυτούς τους και να προστατευτούν από την ακόρεστη δίψα για εξουσία, χρήματα και χλιδή. Και φυσικά μια γυναίκα (Priscillla Lane) θα παίξει καταλυτικό ρόλο στο να διαλυθούν οι σχέσεις τους, οι σύμμαχοι να γίνουν τελικά εχθροί και όλα να τελειώσουν μέσα στο αίμα και τη βία.

Η Πόλη του αίματος του 1939 αποτελεί το τελευταίο gangster-film του Cagney μέχρι τη στιγμή που επέστρεψε στο είδος, δέκα χρόνια μετά, με τον Μεγάλο αμαρτωλό. Ο σκηνοθέτης Raoul Walsh αποτυπώνει με μαεστρία τα ταραγμένα χρόνια του μεσοπολέμου, της οικονομικής ανάπτυξης (μετά τον πόλεμο) και του οικονομικού κραχ (λίγο αργότερα), της ανεργίας, της ποτοαπαγόρευσης και των εγκληματιών. Και μ' αυτήν την ταινία κλείνει ο κύκλος των γκανγκστερικών ταινιών της δεκαετίας του '30 και οδεύουμε προς το πιο κυνικό και σκοτεινό σύμπαν του film-noir της δεκαετίας του '40.

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

The Man Who Shot Liberty Valance

Από τα τόσα γουέστερν που κάτσαμε και ξαναείδαμε (και μερικά είδαμε για πρώτη φορά), η ταινία του 1962 Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς ανήκει ήδη στις αγαπημένες μου. Για πολλούς θεωρείται ως η τελευταία μεγάλη ταινία του John Ford. Ο James Stewart υποδύεται έναν ηλικιωμένο γερουσιαστή που επιστρέφει στη μικρή πόλη του Σίνμπουν για να παρεβρεθεί στην κηδεία του φίλου του και εκεί διηγείται στους δημιοσιογράφους την άγνωστη ιστορία της μικρής πόλης, ένα μίνι-χρονικό της ίδιας της Άγριας Δύσης. Και εμείς παρακολουθούμε στη συνέχεια το πώς βρέθηκε εκεί ως νεαρός δικηγόρος που ήθελε να εξασκήσει το επάγγελμά του έχοντας για μοναδικά όπλα τα βιβλία του· πώς δημιουργήθηκε η αντιπαλότητα και έχθρα με τον περιβόητο νταή Liberty Valance (που υποδύεται ο Lee Marvin)· πώς τον βοήθησε ο σκληρός (φυσικά) John Wayne και του έδειξε πώς να χειρίζεται το όπλο· πώς ο διαβασμένος Stewart έμαθε στους αγρότες γραφή και ανάγνωση και τους βοήθησε να εξασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους ενάντια στην αδικία των μεγαλοκτηματιών. Ουσιαστικά, βλέπουμε (όπως έχει γραφεί και αλλού) το πέρασμα από την τρομοκρατία στην έννομη τάξη, από τον αναλφαβητισμό στο δημοκρατικό δικαίωμα της ψήφου.

Roman Holiday (Διακοπές στη Ρώμη)

Με την πρώτη (ουσιαστικά) πρωταγωνιστική της εμφάνιση το 1953, η Audrey Hepburn έγινε παγκοσμίως γνωστή και τσίμπησε το Όσκαρ α' γυναικείου ρόλου με την πρώτη. Υποδυόταν μια σύγχρονη πριγκίπισσα που επαναστατεί κατά της βασιλικής καταπίεσης. Αψηφώντας τα πρωτόκολλα και... τους πάντες, το σκάει για να κάνει πραγματικές Διακοπές στη Ρώμη. Εκεί γνωρίζει τον Gregory Peck, έναν αμερικανό δημοσιογράφο που ψάχνει την αποκλειστική είδηση, ενώ κρύβει ο ένας απ' τον άλλο την πραγματική τους ταυτότητα.

Το άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας πέρα από την Hepburn βεβαίως-βεβαίως είναι η ιστορική βόλτα στην αιώνια πόλη πάνω στη βέσπα. Κάτι που διαφήμισε βοήθησε και την ιταλική εταιρεία κατασκευής της και την έκανε διάσημη παγκοσμίως. Όσον αφορά την ταινία πάντως, πρόκειται για μια χαριτωμένη ξενάγηση στη Ρώμη, έναν ευχάριστο ταξιδιωτικό οδηγό χάρη στο ανάλαφρο άγγιγμα του William Wyler, που φαίνεται ήθελε να κινηματογραφήσει τη Ρώμη έτσι όπως θα την έβλεπε ένας τουρίστας.

Να σημειώσουμε το γεγονός ότι το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Dalton Trumbo αλλά, λόγω της εμπλοκής του με τη Μαύρη Λίστα του γερουσιαστή Μακάρθι, το έδωσε στον Ian McLellan Hunter, ο οποίος κέρδισε και το βραβείο όσκαρ καλύτερου σεναρίου. Στην απονομή του 1993 όμως αποκαταστάθηκε η ιστορία, βραβεύοντας μετά θάνατον τον Trumbo, δίνοντας το βραβείο όσκαρ για την εν λόγω ταινία στη χήρα γυναίκα του.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα!

Journey Into Fear

Καταρχάς, δώστε βάση στους ελληνικούς τίτλους που δόθηκαν στην ταινία Journey Into Fear του 1943: Κατάσκοποι της Ισταμπούλ, Μονομαχία κατασκόπων και, τέλος, Ταξίδι στο φόβο. Έπειτα, να πούμε ότι η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο κατασκοπευτικό μυθιστόρημα του βρετανού Eric Ambler, από τον οποίο προτείνω να διαβάσετε (για όσους δεν έχει τύχει να διαβάσουν) τη Μάσκα του Δημήτριου (εκδόσεις Άγρα). Έπειτα, αξίζει να αναφέρουμε ότι αυτή η ταινία ήταν η τρίτη και τελευταία που ήταν υποχρεωμένος, βάσει συμβολαίου, να γυρίσει ο Orson Welles για την εταιρεία RKO. Ήταν η εποχή όμως που ο Welles τσακωνόταν με την εταιρεία του για διάφορα θέματα (όπως το μοντάζ των Υπέροχων Άμπερσον,) και έλειπε συνεχώς από τα γυρίσματα (ως και μέχρι τη Βραζιλία πήγε για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ It's All True), με συνέπεια το σενάριο να αναλάβει ο φίλος του και πρωταγωνιστής Joseph Cotten και τη σκηνοθεσία να υπογράψει τελικά ο Norman Foster. Αυτά και άλλα πολλά είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας χαοτικής ταινίας: 68 μόλις λεπτά διάρκεια με μια voice-over αφήγηση που πετάγεται από το πουθενά, μοντάζ που κόβει τις σκηνές οριακά και μια βιαστική —θα λέγαμε— εξέλιξη της ιστορίας που δεν κερδίζει το θεατή και δεν δημιουργεί το κατάλληλο σασπένς. Το μόνο που μας μένει στο τέλος είναι η πληθωρική —αν μη τι άλλο— παρουσία του Welles στο ρόλο ενός Τούρκου αξιωματούχου και το τελευταίο κυνηγητό πάνω στη μαρκίζα εν μέσω καταρρωκτώδης βροχής.

It Happened One Night (Νέα Υόρκη–Μαϊάμι/Συνέβη μια νύχτα)

«Μαζί για πρώτη φορά», λέει το διαφημιστικό σλόγκαν της αφίσας. Κι αυτό διότι οι δύο μεγάλοι σταρ της δεκαετίας του '30, Claudette Colbert και Clark Gable συνεργάζονται το 1934 στην ταινία It Happened One Night του μεγάλου Frank Capra. Την πρώτη ταινία που πήρε και τα πέντε μεγάλα βραβεία Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, α' ανδρικού και γυναικείου ρόλου. Μια ταινία που βλέπεται ευχάριστα ακόμη και σήμερα ύστερα από 70+ χρόνια. Την ταινία που όρισε τον ορισμό της screwball κωμωδίας.

Η ζωηρή και κακομαθημένη κοσμική δεσποινίς Έλι Άντριους το σκάει από τον πλούσιο πατέρα της που προσπαθεί να την παντρέψει με έναν αργόσχολο, επίσης πλούσιο και αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία πλέιμποϊ. Χωρίς αποσκευές και με λίγα λεφτά πηγαίνει προς τη Νέα Υόρκη. Στο λεωφορείο συναντά τον ξύπνιο δημοσιογράφο Πίτερ Γουόρν. Αυτή χρειάζεται τις «ικανότητές» του κι αυτός ένα ζουμερό ρεπορτάζ. Στην πορεία ακολουθούν ατελείωτοι καβγάδες, η πλούσια κορασίδα θα αναγκαστεί να συνεχίσει το ταξίδι της μαζί του κάνοντας ωτοστόπ, να μείνουν μαζί σε ένα μοτέλ αλλά μέχρι να φτάσουν στη Νέα Υόρκη θα έχουν ερωτευτεί ο ένας τον άλλο!

Ένα άλλο συμπέρασμα πάντως που πηγάζει από την ταινία και αφορά τον ελληνικό κινηματογράφο είναι το πόσο πίσω ήταν (είναι;) η εγχώρια κινηματογραφία. 20 με 30 χρόνια διαφορά... φάσης! Θυμηθείτε μόνο την ταινία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» και συσχετίστε την με την άνωθεν. Ταινίες που κυκλοφορούσαν τη δεκαετία του '30 και το '40 στο εξωτερικό, τις επαναλαμβάναμε εμείς τη δεκαετία του '50 και του '60. Τι να πει κανείς...

Murder, My Sweet

Το σκληρό και κυνικό σύμπαν το Raymond Chandler αποτυπώνεται και στην ταινία Murder, My Sweet παραγωγής 1944 σε σκηνοθεσία Edward Dmytryk. Αν και βασίστηκε στο διήγημα Farewell, My Lovely, οι παραγωγοί αποφάσισαν να αλλάξουν τον τίτλο ώστε να μην νομίσει το κοινό ότι πρόκειται για μιούζικαλ! Κι αυτό επειδή ο πρωταγωνιστής Dick Powell ήταν γνωστότερος για τις κωμικές και ανάλαφρες ταινίες που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30. Στο ρόλο του Philip Marlowe πάντως δεν τα πηγαίνει και άσχημα. Μην περιμένετε φυσικά κάτι αντίστοιχο του κυρίου Bogart. Διατηρεί πάντως όλα τα χαρακτηριστικά του χαρακτήρα που δημιούργησεο Chandler, έχοντας και την απαραίτητη κωμική δόση. Όσον αφορά την υπόθεση της ταινίας, καλύτερα δείτε την από μόνοι σας γιατί το μπέρδεμα είναι εγγυημένο· στο σύμπαν του Chandler βρισκόμαστε άλλωστε.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Moby Dick

Το μεγάλο (και σε όγκο και... σε όλα τα άλλα) βιβλίο του Herman Melville που πρωτοεκδόθηκε το 1851, μεταφέρθηκε λίγες φορές στο σινεμά. Η αρχή έγινε την εποχή του βωβού φυσικά, το 1926 με την ταινία The Sea Beast και τον John Barrymore στο ρόλο του Ahab. Μία δεύτερη και πιο ακριβοπληρωμένη βερσιόν ακολούθησε το 1930 υπό τον τίτλο Moby Dick, πάλι με τον John Barrymore, επαναλαμβάνοντας τον ίδιο ρόλο σε ομιλούσα ταινία αυτή τη φορά.

Το 1956 ο μεγάλος John Huston παρουσίασε τη δικιά του βερσιόν για τη δολοφόνο φάλαινα, που θεωρείται μια από τις καλύτερες. Έχοντας τη βοήθεια του συγγραφέα Ray Bradbury στη συγγραφή του σεναρίου, την επιβλητική παρουσία του Gregory Peck ως Captain Ahab και την ολιγόλεπτη συμμετοχή του Orson Welles, η ταινία επικεντρώνεται στη μανία του Ahab για εκδίκηση, στο ανώφελο κυνηγητό με το θαλάσσιο τέρας και στην άνιση μάχη που πρόκειται να ακολουθήσει. Και φυσικά δεν υπάρχει καμία ρομαντική προσθήκη ούτε happy-endings (!), σε σχέση πάντα με τις παλιότερες κινηματογραφικές εκδοχές· η ουσία του βιβλίου και τα αλληγορικά του στοιχεία βρίσκονται όλα εδώ. Δύσκολη παραγωγή που οδήγησε σε πολλές προστριβές ανάμεσα στον Peck και τον Huston με αποτέλεσμα στο τέλος να μην μιλάνε καθόλου μεταξύ τους. Όπως και να 'χει, το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει και στην προκειμένη περίπτωση το αποτέλεσμα αγγίζει την κορυφή.

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Πάσχα και οι ταινίες του Samuel Bronston

Γιορτές του Πάσχα και όλο το τηλεοπτικό πρόγραμμα (όπως πάντα) ήταν κατακλυσμένο από... χλαμύδες και σανδάλια. Αλλά τι περίμενες, μέρες που είναι, θα μου πείτε... Εντύπωση μου έκαναν πάντως οι τρεις παραγωγές του γεννημένου στη Ρωσία (και ανιψιού του Leon Trotsky, παρακαλώ!) Samuel Bronston (διότι δεν τον γνώριζα τον κύριο). Ο Bronston από νωρίς βρήκε το νόημα της ζωής του που ήταν... τα επικά φιλμ. Βρίσκοντας κατάλληλες τοποθεσίες στην Ισπανία (και από φυσική ομορφιά και από οικονομική σκοπιά), αποφάσισε να χτίσει τα στούντιο του στην περιοχή Las Rozas, έξω από τη Μαδρίτη.

Οι πιο γνωστές ταινίες του που πρόβαλαν τα κανάλια αυτές τις μέρες ήταν Ο βασιλεύς των βασιλέων (χριστιανικού πνεύματος), El Cid (ισπανικού ταμπεραμέντου) και Η πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (τρίωρων χασμουρητών). Η εμπορική αποτυχία πάντως της τελευταίας ταινίας οδήγησε την εταιρεία του Bronston σε πτώχευση και ουσιαστικά στο τέλος της κινηματογραφικής του καριέρας ως «επικού» παραγωγού.

Υ.Γ.: Διαβάστε φοβερά άρθρα από τον φίλο Ηλία για Μπεν Χουρ και Ιησού από Ναζαρέτ! Καθαρά «πασχαλινές» ταινίες, διαβάστε/δείτε τες με άλλο μάτι!

Panic in the Streets (Πανικός στους δρόμους)

Ο Jack Palance (στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση) με τη συμμορία του σκοτώνουν έναν άρρωστο από βουβωνική πανώλη μετανάστη και την κολλάνε αυτοί με τη σειρά τους. Ο Richard Widmark είναι ο υπεύθυνος της υπηρεσίας δημόσιας υγείας που τους αναζητεί —χωρίς να τους γνωρίζει— ακολουθώντας τα πτώματα που αφήνουν πίσω τους, στους δρόμους και τα καταγώγια της Νέας Ορλεάνης, έχοντας μάλιστα ένα περιθώριο δύο ημερών για να μην εξαπλωθεί η αρρώστια, να μην εξελιχθεί σε επιδημία και να μην προκληθεί Πανικός στους δρόμους.

Σ' αυτήν την παραγωγή του 1950, ο Elia Kazan προτίμησε φωτισμό επηρεασμένο από το ευρωπαϊκό νεορεαλιστικό ρεύμα της εποχής, άγνωστους ηθοποιούς στους δεύτερους ρόλους και μικρότερα ονόματα στους πρωταγωνιστικούς, ημι-ντοκυμενταρίστικη κινηματογράφηση σε ρεαλιστικούς χώρους στην πόλη της Νέας Ορλεάνης. Αλλά παρόλο που η παραγωγή είναι αρκετά φροντισμένη και όλα τα στοιχεία βοηθάνε την εξέλιξη και κλιμάκωση του σασπένς, η ταινία δεν κορυφώνεται και σου αφήνει στο τέλος μια αίσθηση μετριότητας, ή -αν θέλετε- μια αίσθηση του ότι μπορούσε και καλύτερα. Anyway...

The Naked Spur (Ο τελευταίος ζητιάνος)

Ο αγαπημένος James Stewart πρωταγωνιστεί σε ακόμα ένα western του Anthony Mann το 1953 με τον τίτλο The Naked Spur. Αυτή τη φορά τον βρίσκουμε σε έναν περισσότερο σκοτεινό και λιγότερο συμπαθητικό ρόλο ενός κυνηγού επικυρηγμένων. Πιο συγκεκριμένα, υποδύεται έναν πρώην ραντσέρη που η «αγαπητικιά» του τού 'φαγε την περουσία και βρίσκεται πλέον στο κατόπι του (άσχετου με το όλο θέμα) Robert Ryan με σκοπό να καρπωθεί την αμοιβή. Στο δρόμο του θα βρει άλλους δυο συμπαραστάτες, έναν γεράκο που αναζητά χρυσό και έναν νεαρό πρώην λοχαγό που εκδιώχθηκε από το στρατό. Το όλο ανδρικό σύμπαν επηρεάζει με την παρουσία της η νεαρή Janet Leigh, φιλενάδα και σύμμαχος του Ryan. Ο δεύτερος πάντως βρήκε ρόλο στα μέτρα του· αλαζονικός, χωρίς να έχει τίποτα να χάσει, «φιτιλιάζει» συνεχώς τους... τρεις σωματοφύλακές του προσπαθώντας να τους κάνει να φάνε ο ένας τον άλλο. Η απληστία είναι όντως αυτή που θα τους οδηγήσει στη φαγωμάρα και τελικά στην αιματωβαμένη κατάληξη, στα χνάρια της τεράστιας ταινίας Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε. Στοιχειωμένος από το παρελθόν του, ο Stewart θα βρει στο τέλος την εσωτερική δύναμη να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Όπως επίσης και τον Ryan, με ένα σπιρούνι!

Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Orphée (Ορφέας)

Ο μύθος του Ορφέα φαίνεται ότι αποτελεί αγαπημένο θέμα των γάλλων κινηματογραφιστών. Εδώ βρίσκουμε τον καλλιτέχνη Jean Cocteau πίσω από την κάμερα να δίνει ρεσιτάλ ευρυματικότητας και εμπνευσμένης σκηνοθεσίας, δείχνοντας έναν άνθρωπο που δεν ησύχαζε ποτέ το μυαλό του. Ο Ορφέας παραγωγής 1950 είναι φυσικά μια μοντέρνη παραλλαγή του μύθου, με τον ηθοποιό (και παλιό φίλο του Κοκτώ) Jean Marais (γνωστότερος στο ευρύ κοινό από το ρόλο του ως Φαντομάς) στο ρόλο του τίτλου. Οι καθρέφτες είναι οι πύλες προς τον Άλλο Κόσμο· οι Κέρβεροι οδηγούν μοτοσυκλέτες· τα γάντια μπορεί να έχουν και άλλη, ειδική χρήση· τέχνη που ξεπερνά τα «σύνορα»· σουρρεαλισμός και avant-garde. Χωρίς πολλά (και περιττά) λόγια, αναζητήστε και απολαύστε μια από τις καλύτερες γαλλικές δημιουργίες.

Kind Hearts and Coronets (Ο 13ος κληρονόμος)

Μια από τις πιο γνωστές κωμωδίες των βρετανικών Ealing Studios αποτελεί η ταινία του 1949 Ο 13ος κληρονόμος. Με μόλις δύο ταινίες στο μέχρι τότε βιογραφικό του, ο Alec Guinness είναι η ουσία της επιτυχίας αυτής της ταινίας χωρίς να είναι ο πρωταγωνιστής της, καθώς υποδύεται και τους 8 γηραιότερους κληρονόμους -άνδρες και γυναίκες- σε ένα ρεσιτάλ μασκαρέματος. Ο νεαρός Dennis Price μάς αφηγείται την ιστορία του, που δεν είναι άλλη από μια ιστορία απληστίας. Ο φτωχός και μακρινός κληρονόμος μας καταλαβαίνει ότι δεν έχει καμία ελπίδα να κληρονομήσει τα πλούτη του μακρινού του θείου, οπότε αρχίζει με συνοπτικές διαδικασίες να διαγράφει όλα τα... ενδιάμεσα εμπόδια, δηλαδή τους λοιπούς συγγενείς του, με ευφάνταστους τρόπους ώστε να θεωρούνται ατυχήματα και να μην κινεί τις υποψίες. Το αποτέλεσμα είναι μια ευχάριστη μαύρη κωμωδία, απ' αυτές που γουστάρουμε να βλέπουμε και που παραμένει εντυπωσιακά φρεσκότατη!

The Spiral Staircase (Βουβός πόθος)

Βουβός πόθος, διότι η νεαρή πρωταγωνίστριά μας είχε πάθει ένα μικρό σοκ και βουβάθηκε όταν ήταν μικρή και είδε τους γονείς της να καίγονται ζωντανοί. Τώρα ζει και εργάζεται ως υπηρέτρια σε ένα μεγάλο σπίτι με δύο ετεροθαλή και ανταγωνιστικά αδέρφια και την άρρωστη —σε βαθμό παραληρήματος— μάνα τους. Στο κοντινό χωριό λαμβάνουν χώρα τελευταία κάποια εγκλήματα. Όλα τα θύματα είναι γυναίκες που έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας ή κάποια αναπηρία. Και όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι το επόμενο θύμα θα είναι η μουγγή πρωταγωνίστριά μας.

Όμορφη αναπαράσταση της εποχής, όμορφα σκοτεινή ασπρόμαυρη φωτογραφία που τονίζει τις σκιές και εντείνει το μυστήριο, αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, το παιχνίδι "βρες το δολοφόνο" δεν ήταν και πολύ δύσκολο αφού μείναμε με τα δύο αδέρφια ως μοναδικούς υποψήφιους δολοφόνους. Η βετεράνος ηθοποιός Ethel Barrymore ως άρρωστη μητέρα πάντως κλέβει εύκολα την παράσταση με το παρανοϊκό της βλέμμα και το όλο ενδιαφέρον της ταινίας εν τέλει είναι ότι η πρωταγωνίστρια δεν αρθρώνει καμία κουβέντα, μέχρι το λυτρωικό φινάλε δηλαδή. Θα κατατάσσαμε την ταινία παραγωγής 1946 στην κατηγορία μυστηρίου-εποχής, ένα κινηματογραφικό στυλ που έγινε και μόδα —θα λέγαμε— από την επιτυχία Gaslight (Εφιάλτης) του Cukor το 1944.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Barefoot in the Park (Ξυπόλυτοι στο πάρκο)

Βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό του πολυγραφότατου Neil Simon (ξέρετε, Sweet Charity, The Odd Couple και πολλά άλλα) και σκηνοθετημένη από τον σχεδόν μόνιμο σκηνοθέτη των έργων του στο σανίδι ή στο πανί Gene Saks, η ταινία Barefoot in the Park του 1967 ώθησε την καριέρα του πρωταγωνιστή Redford ψηλά στο σταρ-σύστεμ (καθώς και της Fonda αλλά αυτή είχε ήδη πάρει φόρα). Ο Redford ήταν και ο νεαρός φερέλπις ηθοποιός που έπαιξε το ρόλο στο Broadway με άλλη όμως πρωταγωνίστρια. Το ζεύγος Redford και Fonda συνεργάστηκε άλλες δύο φορές (στην Καταδίωξη και στον Ηλεκτρικό Καβαλάρη) αλλά εδώ τα πράγματα είναι αρκετά πιο διασκεδαστικά. Οι πρώτες μέρες της ζωής του νιόπαντρου ζεύγους έχει δυσκολίες και προβλήματα τα οποία θα μπορούσαν να είναι αρκετά κοινότυπα. Εδώ όμως τονίζονται με χαριτωμένο τρόπο και με τη βοήθεια των καταπληκτικών δεύτερων ρόλων (της πεθεράς Mildred Natwick και του γείτονα που την φλερτάρει Charles Boyer) που ανεβάζουν την ταινία σε μεγαλύτερα (και καλύτερα) κωμικά επίπεδα.

Σανδάλια και χλαμύδα

Τότε:

...και τώρα:

Τρίτη 22 Απριλίου 2008

Apache (Ο σκλάβος που δεν λύγισε ποτέ)

Ο Burt Lancaster, με μπόλικο βάψιμο, υποδύεται τον Massai, έναν Απάτσι πολεμιστή που αρνείται να παραδοθεί όταν ο αρχηγός τους, ο Geronimo, υπογράφει ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τους λευκούς. Καταφέρνει να ξεφύγει, διασχίζει ολόκληρες πολιτείες για να επιστρέψει στον τόπο του και εκεί μόνος του τα βάζει με το στρατό των λευκών προσώπων. Η ιστορία μας λοιπόν εδώ περιλαμβάνει δράση, κυνηγητό, πυροβολισμούς, εκρήξεις· όλα τα καλά συστατικά ενός δυναμικού western με την σφραγίδα του πολύ καλού ανεξάρτητου παραγωγού (και σχεδόν μόνιμου συνεργάτη του Lancaster) Harold Hecht, υπό την καθοδήγηση του επίσης πολύ καλού σκηνοθέτη Robert Aldrich, στην δεύτερη επίσημως σκηνοθετική δουλειά του. Η ταινία Apache κυκλοφόρησε το 1954 και φυσικά έκανε αίσθηση με το φιλοϊνδιάνικο θέμα της και επίσης με την επιλογή του Lancaster να υποδυθεί έναν εντελώς αντισυμβατικό ρόλο.