Ψάχνοντας (δηλαδή βλέποντας) όχι και τόσο γνωστές ταινίες (κυρίως παλιές). Και ευκαιρία να θυμηθούμε (ή να γνωρίσουμε) κάποιες κλασικές!

Κυριακή 26 Μαΐου 2019

Ryan's Daughter (Η κόρη του Ράιαν)

Πριν δέκα χρόνια, ο πιο νεαρός εαυτός μου θα έβλεπε "με άλλο μάτι" την ταινία Ryan's Daughter του μεγάλου David Lean. Σήμερα, ο κατά δέκα χρόνια γηραιότερος μπορεί να ταυτιστεί με χαρακτήρες και καταστάσεις και "βλέπει" αλλιώς την ταινία. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν και άλλα αγαπημένα έργα που αν τα ξαναδώ τώρα θα αλλάξω άποψη γι'αυτά, ή αν υπάρχουν έργα που δεν τα είχα εκτιμήσει ιδιαίτερα όταν τα είχα δει όντας νεαρότερος και ίσως αλλάξω γνώμη αν τα ξαναδώ.

Η ταινία είναι πολύ-πολύ μεγάλη σε διάρκεια (μα καλά; 3,5 ώρες;!), με σκηνές που παρατραβάνε και θα μπορούσαν να διαρκούν λιγότερο, έχει όμως καταπληκτική φωτογραφία από τον Freddie Young (κέρδισε το όσκαρ φωτογραφίας εκείνη τη χρονιά) και πολύ καλές ερμηνείες. Ο συγγραφέας Robert Bolt ήθελε να φτιάξει ένα σενάριο από τη Μαντάμ Μποβαρί του Φλωμπέρ με τη γυναίκα του Sarah Miles ως πρωταγωνίστρια. Ο David Lean τον έπεισε να το διασκευάσει ελεύθερα και να το τοποθετήσει σε ένα ιρλανδικό χωριό υπό Αγγλική κατοχή κάπου στα 1917. Πέρα από τη Miles, ο Robert Mitchum υποδύεται το σύζυγο και δάσκαλο του χωριού (σε έναν από τους πιο υποτονικούς του ρόλους), ο Christopher Jones τον Άγγλο διοικητή, ο Trevor Howard τον παπά του χωριού και ο John Mills στο ρόλο του τρελού του χωριού, κερδίζοντας και το όσκαρ β' ανδρικού ρόλου. Η ταινία είχε ακόμα δύο υποψηφιότητες, α' γυναικείου για τη Σάρα Μάιλς και ήχου.

Σάββατο 18 Μαΐου 2019

The Southerner (Ο άνθρωπος του νότου)

Οι προσπάθειες ενός παθιασμένου νεαρού αγρότη να φτιάξει τη δική του φάρμα με βαμβάκι. Αντί να δουλεύει σε ένα μεγάλο γαικτήμονα με ένα μικρό μισθό, αποφασίζει να πάρει ένα μικρό κεφάλαιο από ένα φίλο του και βρίσκει ένα καλό χωράφι δίπλα σε ποτάμι. Έτσι μετακομίζει με όλη την οικογένειά του. Θα έχει να αντιμετώπισει τις δυσκολίες της φύσης, την πείνα που θα κάνει τα παιδιά του άρρωστα, αλλά και τη ζήλεια των γειτόνων που δεν θέλουν να τον δουν να προκόβει.

“Ζεστή”, χαλαρών ρυθμών, ανθρώπινα ρεαλιστική, η ταινία The Southerner του Ρενουάρ είναι ίσως η καλύτερη ταινία του από την εποχή που έζησε στην Αμερική. Του απέφερε τη μοναδική υποψηφιότητα για το όσκαρ σκηνοθεσίας. Η ταινία είχε άλλες δύο υποψηφιότητες (για τη μουσική και τον ήχο). Πρωταγωνιστής ο νεαρός Zachary Scott, που τον έχουμε δει κυρίως σε δευτεραγωνιστικούς ρόλους. Τα δικαιώματα της ταινίας έχουν εκπέσει, οπότε μπορείτε να τη βρείτε ελεύθερα στο διαδίκτυο πλέον, π.χ. να τη δείτε στο youtube σε αυτό το σύνδεσμο.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

How to Murder Your Wife

Ο σκιτσογράφος και αμετανόητος εργένης Jack Lemmon θα την πατήσει με την εντυπωσιακή Ιταλίδα ξανθιά Virna Lisi (που δε μιλάει αγγλικά!) και όντας μεθυσμένος σε δικό του πάρτι, θα την παντρευτεί. Η νέα του ζωή θα έχει πολλές υποχρεώσεις, την απόλυση του πιστού του μπάτλερ, τις αλλαγές στις συνθήκες της ζωής του, τον ερχομό της πεθεράς και άλλα πολλά που θα τον οδηγήσουν στη σκέψη πώς να διαλύσει το γάμο. Και όταν ο δικηγόρος του αναφέρει ότι δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος, αρχίζει να... σκιτσογράφει τον τρόπο να ξεφορτωθεί... διαφορετικά τη γυναίκα του, έχοντας το απόλυτο άλλοθι, δηλαδή How to Murder Your Wife. Ο Richard Quine σκηνοθετεί άλλη μια φορά τον Lemmon, σε άλλη μια κωμωδία σχετικά με τη διαμάχη των φύλων. Έχει έντονο το στοιχείο της δεκαετίας του '60 και των αντίστοιχων κωμωδιών που ήταν πιο χοντροκομμένες και όχι τόσο φινετσάτες, όπως των παλιότερων δεκαετιών. Έχει όμως και ένα ενδιαφέρον φινάλε, και σε γενικές γραμμές, πολλοί "ομοιοπαθείς" όπως εμείς βρίσκουμε πολλά κοινά στοιχεία ή καταστάσεις με αυτές που τραβάει ο πρωταγωνιστής.


Σάββατο 11 Μαΐου 2019

Night Shift (Τρελές νύχτες στο νεκροτομείο)

Παλαβή αμερικανική κωμωδία του 1982 με τους Henry Winkler, Michael Keaton (στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση) και τη Shelley Long (της οποίας ο ρόλος ονομάζεται... Belinda Keaton), στα χνάρια των επιτυχιών που είχαν βγει τα προηγούμενα χρόνια, βλέπε Ένα τρελό, τρελό θηριοτροφείο. Σίγουρα όχι τόσο αστεία, αλλά θα έλεγα σχετικά ενδιαφέρουσα. Βλέπεις και λίγο το κλίμα της εποχής, η ντίσκο οδεύει προς το τέλος, χτενίσματα της δεκαετίας, σεξιστικά αστεία. Αλλά το να πιάσει κάποιος την "καλή", με κάθε τρόπου, παραμένει ένα στάνταρντ σε όλες τις εποχές. Έτσι και ο καθώς-πρέπει και "προβλεπόμενος" Winkler θα υποκύψει στις τρέλες του Keaton και θα πιάσουν την καλή όταν μετατρέψουν το νεκροτομείο, στο οποίο δουλεύουν, σε... γραφείο συνοδών κατά τη διάρκεια της νύχτας! Η βραδινή βάρδια (Night Shift) θα αποδειχθεί απόλυτα κερδοφόρα, αλλά και αρκετά ψυχοφθόρα για τον κ. Winkler. Το μπάχαλο είναι αναμενόμενο.


Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Being There (Να είσαι εκεί, κύριε Τσανς)

Κριτική από τον ROGER EBERT

On the day that Kasparov was defeated by Deep Blue, I found myself thinking of the film Being There (1979). The chess champion said there was something about the computer he did not understand, and it frightened him. There were moments when the computer seemed to be... thinking. Of course, chess is not a game of thought but of mathematical strategy; Deep Blue has demonstrated it is possible to be very good at it without possessing consciousness.

The classic test of Artificial Intelligence has been: Can a computer be programmed to conduct a conversation that seems human to another human? ''Being There'' is a film about a man whose mind works like a rudimentary A.I. program. His mind has been supplied with a fund of simplistic generalizations about the world, phrased in terms of the garden where he has worked all his adult life. But because he presents himself as a man of good breeding (he walks and talks like the wealthy older man whose house he lived in, and wears the man's tailored suits) his simplicity is mistaken for profundity, and soon he is advising presidents and befriending millionaires.

The man's name is Chance. We gather he has lived all of his life inside the townhouse and walled garden of a rich recluse (perhaps he is his son). He knows what he needs to know for his daily routine: Where his bedroom and bathroom are, and how to tend the plants of the garden. His meals are produced by Louise, the cook. The movie provides no diagnosis of his condition. He is able to respond to given cues, and can, within limits, adapt and learn. Early in the film he introduces himself as ''Chance... the gardener,'' and is misunderstood as having said ''Chauncey Gardener.'' Just the sort of WASP name that matches his clothing and demeanor, and soon he is telling the President: ''Spring, summer, autumn, winter... then spring again.'' Indeed.

Chance is played by Peter Sellers, an actor who once told me he had ''absolutely no personality at all. I am a chameleon. When I am not playing a role, I am nobody.'' Of course, he thought himself ideal for this role, which comes from a novel by Jerzy Kosinski. Sellers plays Chance as a man at peace with himself. When the old man dies, the household is broken up and Chance is evicted, there is a famous scene where he is confronted by possible muggers, and simply points a channel changer at them, and clicks. He is surprised when they do not go away.

Sellers plays Chance at exactly the same note for the entire film. He is detached, calm, secure in his own knowledge, unaware of his limitations. Through a series of happy chances, he is taken into the home of a dying millionaire named Benjamin Rand (Melvyn Douglas). The millionaire's wife Eve (Shirley MacLaine) establishes Chance in a guest suite, where he is happy to find a television (his most famous line is, ''I like to watch.''). Soon the rich man grows to treasure his reassuring friend. The family doctor (Richard Dysart) is perceptive, and begins to have doubts about Chance's authenticity, but silences himself when his patient says Chauncey ''has made the thought of dying much easier.'' Chauncey is introduced by Ben to the president (Jack Warden), becomes an unofficial advisor, and soon is being interviewed on television, where his insights fit nicely into the limited space available for sound bites.

Satire is a threatened species in American film, and when it does occur, it's usually broad and slapstick, as in the Mel Brooks films. ''Being There,'' directed by Hal Ashby, is a rare and subtle bird that finds its tone and stays with it. It has the appeal of an ingenious intellectual game, in which the hero survives a series of challenges he doesn't understand, using words that are both universal and meaningless. But are Chance's sayings noticeably less useful than when the president tells us about a ''bridge to the 21st century?'' Sensible public speech in our time is limited by (1) the need to stay within he confines of the 10-second TV sound bite; (2) the desire to avoid being pinned down to specific claims or promises; and (3) the abbreviated attention span of the audience, which, like Chance, likes to watch but always has a channel-changer poised.

If Chance's little slogans reveal how superficial public utterance can be, his reception reveals still more. Because he is WASP, middle-aged, well-groomed, dressed in tailored suits, and speaks like an educated man, he is automatically presumed to be a person of substance. He is, in fact, socially naive (''You're always going to be a little boy,'' Louise tells him). But this leads to a directness than can be mistaken for confidence, as when he addresses the president by his first name, or enfolds his hand in both of his own. The movie argues that if you look right, sound right, speak in platitudes and have powerful friends, you can go far in our society. By the end of the film, Chance is being seriously proposed as a presidential candidate. Well, why not? I once watched Lamar Alexander for 45 minutes on C-SPAN, as he made small talk in a New Hampshire diner, and heard nothing that Chance could not have said.

The film is not flawless. There are two sex-oriented subplots, and neither one is necessary. The story of the president's impotence could have been completely dispensed with. And the seduction attempt by Shirley MacLaine, as the millionaire's wife, requires her to act in a less intelligent way than she should. MacLaine projects brains; she, like the doctor, should have caught on, and that would have created more intriguing scenes than her embarrassing poses on a bear rug.

In the much-discussed final sequence of ''Being There,'' Chance casually walks onto the surface of a lake. We can see that he is really walking on the water, because he leans over curiously and sticks his umbrella down into it. When I taught the film, I had endless discussions with my students over this scene. Many insisted on explaining it: He is walking on a hidden sandbar, the water is only half an inch deep, there is a submerged pier, etc. "Not valid!" I thundered. ''The movie presents us with an image, and while you may discuss the meaning of the image it is not permitted to devise explanations for it. Since Ashby does not show a pier, there is no pier--a movie is exactly what it shows us, and nothing more,'' etc.

So what does it show us? It shows us Chance doing something that is primarily associated with only one other figure in human history. What are we to assume? That Chance is a Christ figure? That the wisdom of great leaders only has the appearance of meaning? That we find in politics and religion whatever we seek? That like the Road Runner (who also defies gravity) he will not sink until he understands his dilemma?

The movie's implications are alarming. Is it possible that we are all just clever versions of Chance the gardener? That we are trained from an early age to respond automatically to given words and concepts? That we never really think out much of anything for ourselves, but are content to repeat what works for others in the same situation?

The last words in the movie are, "Life is a state of mind." So no computer will ever be alive. But to the degree that we are limited by our programming, neither will we. The question is not whether a computer will ever think like a human, but whether we choose to free ourselves from thinking like computers.

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

L'ora legale (Τα παράπονα στο δήμαρχο)

Φέτος, που είναι χρονιά εκλογών, παρακολουθήστε την ιταλική κωμωδία L'ora legale, όπου σε ένα μικρό χωριό της Σικελίας αποφασίζουν να αλλάξουν το επί χρόνια δήμαρχό τους (μπλεγμένο σε δεκάδες σκάνδαλα φυσικά) με έναν νέο που έχει όραμα, πρόγραμμα και θέληση για αλλαγές. Και ενώ τον ψηφίζει ο κόσμος, οι αλλαγές που θα φέρει ο νέος δήμαρχος θα επηρεάσει όλη την καθεστηκυία τάξη του μικρού χωριού, και θα φέρει μεγάλη αναστάτωση επειδή κανένας πολίτης δεν είναι 100% νόμιμος.

Το κωμικό δίδυμο Ficarra και Picone σατυρίζουν πετυχημένα την πολιτική, αλλά και τον πολιτισμό του ανθρώπου που κοιτάει μόνο το δικό του καλό, όχι το καλό για το κοινωνικό σύνολο. Ο τίτλος σημαίνει κανονικά "η θερινή ώρα", η μέρα που αλλάζει η ώρα είναι η μέρα των εκλογών και φυσικά είναι η ώρα για την πολιτική αλλαγή στο μικρό χωριό. Στο τέλος, οι συγκρίσεις με τα "δικά μας" είναι αναπόφευκτες και θα αναφωνήσουμε... una faccia, una razza.